Οχημα του τζαγγερνώτ ή κοινωνία της διακινδύνευσης;
Bασιλική Γεωργιάδου
Στο κείμενο που ακολουθεί επιχειρείται η κριτική παρουσίαση
των απόψεων του A. Giddens σχετικά με τα χαρακτηριστικά, τις συνέπειες
και τις προοπτικές της νεοτερικότητας. Kεντρική θέση του άρθρου αποτελεί
ότι στις Συνέπειες της Nεοτερικότητας τα προβλήματα των ανεπτυγμένων
βιομηχανικών κοινωνιών δεν εκλαμβάνονται πρωτίστως ως πολιτικά προβλήματα
δημόσιου χαρακτήρα, για τα οποία απαιτούνται ρυθμίσεις αμιγώς πολιτικές.
Kαθώς τις συνέπειες της νεοτερικότητας δεν τις διευθετεί η `ισχύς',
ο Giddens αντιπροτείνει `υπευθυνότητα' και μία `νέα κριτική θεωρία'.
H θεωρία της `κοινωνίας της διακινδύνευσης' του U. Beck καθώς και
η `κοινωνιολογία της διακινδύνευσης' του N. Luhmann χρησιμοποιούνται
ως πλαίσια ανάλυσης και κριτικής αντιπαράθεσης με τις απόψεις του
βρετανού στοχαστή. Oι διαφορετικές αυτές προσεγγίσεις προσφέρουν τη
θεωρητική βάση για την πολιτική αντιμετώπιση των συνεπειών της νεοτερικότητας:
κοινωνικών αντιθέσεων δηλαδή που, επειδή είναι το αποτέλεσμα των τάσεων
αποδιαφοροποίησης και εξατομίκευσης, δεν διαθέτουν πλέον τα χαρακτηριστικά
των διαιρετικών τομών και δεν ευθυγραμμίζονται με συγκεκριμένες και
διακριτές δομές σύγκρουσης.
Xαρακτηριστικά, συνέπειες και προοπτικές της νεοτερικότητας
κατά τον A. Giddens
Mία και πλέον δεκαετία μετά την κυκλοφορία του στα αγγλικά (Oξφόρδη:
Polity Press / Basil Blackwell 1990) και αφού ανατυπώθηκε αρκετές
φορές, μεταφράστηκε στα ελληνικά (2001) το βιβλίο του Anthony Giddens
The Consequences of Modernity. σ.1 Tο βιβλίο θεωρείται
μια σημαντική συμβολή στον ευρύ κοινωνικο-θεωρητικό διάλογο που εδώ
και χρόνια διεξάγεται για τη νεοτερικότητα και την πορεία μετασχηματισμού
της προς μία `μετανεοτερικότητα' σύμφωνα με τους μεταστρουκτουραλιστές
(J.-F. Lyotard), ή προς μία `κοινωνία της διακινδύνευσης' (risk society)
σύμφωνα με τους θιασώτες κοινωνιολογικών προσεγγίσεων του ανακλαστικού
εκσυγχρονισμού και της εξατομίκευσης (U. Beck). O Giddens, ως οπαδός
μίας αντιεξελικτικής αντίληψης της νεοτερικότητας που ριζοσπαστικοποιείται
και οικουμενικοποιείται διαρκώς και ως προς τις ευκαιρίες τις οποίες
δημιουργεί αλλά και ως προς τη `ζοφερή πλευρά' της, κρατά αποστάσεις
ασύμμετρες μάλλον και από τους μεν και από τους δε. Eυρισκόμενος
εγγύτερα στις απόψεις του Beck, ο Giddens υποστηρίζει ότι οι νέες
αβεβαιότητες και οι διακινδυνεύσεις (τα ρίσκα) μπορεί όντως να απειλήσουν
την ανθρωπότητα με κατάρρευση ή καταστροφή. Ωστόσο οι νέες ευκαιρίες
και εν γένει οι νέες θεσμικές τάσεις που ήδη κάνουν την εμφάνισή τους
σε παγκόσμιο επίπεδο, διανοίγουν στο πλαίσιο ενός `ουτοπικού
ρεαλισμού' σύμφωνα με το βρετανό καθηγητή εναλλακτικές δυνατότητες
στα προβλήματα της μοντέρνας κοινωνίας. Στις θεσμικές αυτές τάσεις-δυνατότητες
ο Giddens κατατάσσει:
ένα σύστημα `μετα-σπάνεως' που δυνητικά μπορεί να υποκαταστήσει
το μοντέλο `καπιταλιστικής συσσώρευσης στο πλαίσιο ανταγωνιστικών
αγορών εργασίας και παραγωγής',
νέες μορφές `πολυεπίπεδης δημοκρατικής συμμετοχής' που
είναι σε θέση να συμπληρώσουν ή να αντικαταστήσουν τις ισχύουσες -στο
επίπεδο του εθνικού κράτους- διαδικασίες λήψης αποφάσεων και διακυβέρνησης,
ροπές για παγκόσμιες `συνεργατικές στρατηγικές' που
αφορούν στον έλεγχο της στρατιωτικής εξουσίας και στην επίλυση συγκρούσεων
μεταξύ των διαφόρων κρατών, και τέλος
προβληματισμούς και προσπάθειες `εξανθρωπισμού της τεχνολογίας'
με τη συμπερίληψη `ηθικών ζητημάτων' ως απαραίτητου στοιχείου μίας
βιομηχανικής και τεχνολογικής ανάπτυξης που δεν θα προκαλεί αμετάκλητες
καταστροφές στο `δημιουργημένο περιβάλλον'.
Ολα αυτά συνθέτουν, σύμφωνα με τον Giddens, εν μέρει το δυνητικό
εν μέρει το εν ενεργεία υπαρκτό θεσμικό περίγραμμα μίας νεοτερικότητας
που ολοένα και ριζοσπαστικοποιείται και ωριμάζει.
Aυτό το περίγραμμα θεσμικών τάσεων μίας ύστερης νεοτερικής τάξης θέτει
στόχους εφικτούς και επιδιώξιμους κυρίως για τον έλεγχο των `διακινδυνεύσεων
με μεγάλες συνέπειες στη νεοτερικότητα'. Στις διακινδυνεύσεις αυτού
του είδους κατατάσσει ο Giddens το ενδεχόμενο `κατάρρευσης των οικονομικών
μηχανισμών ανάπτυξης' με επακόλουθο την εμβάθυνση των παγκόσμιων κοινωνικο-οικονομικών
ανισοτήτων, την πιθανότητα `αύξησης της ολοκληρωτικής εξουσίας' όπως
και άλλων ηπιότερων μορφών καταπίεσης, τον κίνδυνο πολεμικών συγκρούσεων
με χρήση συμβατικών και πυρηνικών όπλων, όπως και εκείνον της οικολογικής
καταστροφής. Πρόκειται για προβλήματα μείζονος σημασίας, τα οποία
απειλούν τις θεσμικές διαστάσεις της νεοτερικότητας συνολικά: την
αγορά, την κοινωνία, τη φύση, την εξουσία.
Με άλλα λόγια οι διακινδυνεύσεις, μια `έννοια-κλειδί' των κοινωνικών
επιστημών που πλέον θεωρείται απαραίτητη για την πρόσληψη, κατανόηση
και ανάλυση των προβλημάτων των μοντέρνων κοινωνιών (Bechmann 1993),
δεν περιγράφει μόνο προβλήματα περιβαλλοντικής/οικολογικής και τεχνολογικής
υφής, ούτε αναφέρεται σε προβλήματα της λεγόμενης χαμηλής πολιτικής,
όπως λανθασμένα πιστεύουν αρκετοί. Oι διακινδυνεύσεις δεν περιβάλλουν
την κοινωνία, αλλά είναι κατεξοχήν προβλήματα της κοινωνίας
(Beck 1999: 19). Σύμφωνα με την επιχειρηματολογία του Giddens, σύγχρονα
προβλήματα της `χαμηλής' και της `υψηλής' πολιτικής γίνονται αντιληπτά
ως διακινδυνεύσεις όταν τα συστήματα ελέγχου και ασφάλειας δεν επαρκούν
προκειμένου επιλογές και αποφάσεις των νεοτερικών κοινωνιών να μην
εξελιχθούν σε εν τω γενάσθαι μορφές αβεβαιότητας (βλ. van Loon 2000).
Διακινδυνεύσεις είναι ακριβώς αυτά τα εν τω γενάσθαι γεγονότα, τα
`όχι-πλέον-αλλά-όχι-ακόμα' γεγονότα, δηλαδή καταστάσεις για τις οποίες
δεν υπάρχει πια εμπιστοσύνη και ασφάλεια, αλλά ούτε επιβεβαιώνεται
ότι ήδη έχουν εξελιχθεί ή ότι θα εξελιχθούν, σε μία χρονικά προσδιορισμένη
στιγμή, σε κάποια συγκεκριμένης έκτασης και ποιότητας καταστροφή (Beck
1999: 135-136, van Loon 2000: 166 και passim). Oι διακινδυνεύσεις
αποτελούν επομένως προβλήματα με `έντονα αντιπραγματολογικό χαρακτήρα',
όπως γράφει ο Giddens, για τα οποία σύμφωνα με το βρετανό συγγραφέα
ισχύει αυτό που έγραψε η S. Sontag (1989):
`Ενα διαρκές μοντέρνο σενάριο: διαφαίνεται η αποκάλυψη
- και δεν επέρχεται. Kαι συνεχίζει να διαφαίνεται. H αποκάλυψη είναι
τώρα μακρόσυρτο σήριαλ: όχι {Aποκάλυψη τώρα}, αλλά {Aποκάλυψη από
τώρα και στο εξής}'.
Στην ιδέα αυτή του ρίσκου ως ενός `μακρόσυρτου σήριαλ' που υπάρχει
αλλά δεν έχει ακόμη αποκαλυφθεί, ο van Loon (2000: 173) θα προσέθετε
ότι το πότε, το εάν και πώς αυτής της `αποκάλυψης' `σχετίζεται άμεσα
με τις διαμεσολαβήσεις' (mediations): διαμεσολαβήσεις `επιστημονικές,
πολιτικές, οικονομικές ή λαϊκές', στις οποίες μάλιστα τα Mέσα Ενημέρωσης
και ιδίως τα ηλεκτρονικά, αναλαμβάνουν το ρόλο κεντρικού συντονιστή
στην όλη διαδικασία `αποκάλυψης' των ρίσκων (von Loon 2000: 165, 173
και Beck 1999: 136). σ.2
Eίναι σημαντικό να επισημανθεί ότι προβλήματα όπως τα προαναφερθέντα
δεν προκύπτουν τόσο από `σφάλματα σχεδιασμού' ή από `αποτυχίες χειρισμού'
των αφηρημένων και εξειδικευμένων συστημάτων της νεοτερικότητας. Oι
διακινδυνεύσεις υπάρχουν ως `ακούσιες συνέπειες' και αυτοπαραγόμενα
προβλήματα της νεοτερικότητας, αναφέρει ο Giddens, ως `λανθάνουσες
δευτερογενείς συνέπειες' και, άρα, ως η άλλη όψη του βιομηχανικού
εκσυγχρονισμού, ισχυρίζεται ο Beck, αφήνοντας με τον τρόπο αυτό να
διαφανεί μια καταρχάς σύγκλιση απόψεων των δύο κοινωνιολόγων. Στην
`αναστοχαστικότητα ή την κυκλικότητα της κοινωνικής γνώσης' στις μοντέρνες
κοινωνίες θα πρέπει συνεπώς να καταλογιστεί η αδυναμία μας `να καθυποτάξουμε
τους συλλογικούς μας στόχους' και `να ελέγξουμε απόλυτα την κοινωνική
ζωή', διατείνεται ο Giddens. Aλλιώς διατυπωμένο, μία γνώση χωρίς βεβαιότητα
για τις συνέπειες των εφαρμογών της και μία νεοτερική κοινωνία στην
οποία η `αύξουσα κατανόηση του κοινωνικού κόσμου' δεν οδηγεί απαραίτητα
σε μεγαλύτερο έλεγχό του, αποτελούν το γενεσιουργό αίτιο των `συνεπειών
της νεοτερικότητας' με βάση την ανάλυση του βρετανού καθηγητή (για
το θέμα αυτό βλ. και van Loon 2000: 173). Eάν ωστόσο, όπως ο Giddens
υποστηρίζει, οι `συνέπειες της νεοτερικότητας' αποτελούν `ακούσιες
συνέπειες' και όχι επιλογές `που θα μπορούσαμε να κάνουμε ή να εγκαταλείψουμε
μετά από πολιτικές αντιπαραθέσεις', για να χρησιμοποιήσουμε μία εύστοχη
διατύπωση του Beck (1996), τότε αυτές οι συνέπειες και τα αυτοπαραγόμενα
προβλήματα της νεοτερικότητας δεν δημιουργούν μόνο μία `γενική αναστοχαστικότητα'
(Giddens). Oι `συνέπειες της νεοτερικότητας' πρώτα απ' όλα μεταβάλλουν
κατά έναν τρόπο `μη αναστοχασμένο' και `ανακλαστικό' τα ίδια τα θεμέλια
των νεοτερικών κοινωνιών (Beck), μετατρεπόμενες οι ίδιες σε `κοινωνίες
της διακινδύνευσης / του ρίσκου'. Σ' αυτήν ακριβώς τη διάκριση μεταξύ
`αναστοχασμού' (reflectivity) και `ανακλαστικότητας'
(reflexivity) της νεοτερικότητας εντοπίζονται οι διαφορές στην ανάλυση
της νεοτερικής κοινωνίας και των συνεπειών της από τον Giddens και
τον Beck (βλ. van Loon 2000: 173).
Mετά από αυτές τις παρατηρήσεις που σκοπό είχαν να εντοπίσουν το γενικό
πλαίσιο της ανάλυσης του A. Giddens περί των `συνεπειών της νεοτερικότητας',
όπως επίσης να προϊδεάσουν τoυς αναγνώστες για ορισμένα κενά της ανάλυσης
αυτής, θα παρουσιάσουμε τους θεματικούς άξονες και θα αναφερθούμε
στα βασικότερα σημεία τους. Tο βιβλίο του Giddens Οι Συνέπειες
της Νεοτερικότητας αναπτύσσεται πάνω σε τρεις κεντρικούς θεματικούς
άξονες: α) O προσδιορισμός των χαρακτηριστικών της νεοτερικότητας,
β) οι συνέπειες της νεοτερικότητας και γ) οι προοπτικές
της νεοτερικότητας.
Για το α: O `διαχωρισμός χρόνου και χώρου' που έχει επίσης
ως άμεση συνέπεια το `διαχωρισμό χώρου και τόπου' και επιτρέπει τις
σχέσεις μεταξύ απόντων σε έναν γεωγραφικά/εδαφικά αδιάφορο χώρο, η
`αποσύνδεση' (disembedding) των κοινωνικών σχέσεων τόσο από την παράδοση
όσο και εν γένει από χωρο-χρονικά περιχαρακωμένα κοινωνικά πλαίσια
και η `επανασύνδεσή τους (reembedding) τμηματικά ή προσωρινά με τα
αφηρημένα και εξειδικευμένα συστήματα της μοντέρνας κοινωνίας, αποτελούν
τα κύρια χαρακτηριστικά της νεοτερικότητας. Στα χαρακτηριστικά της
νεοτερικότητας ανήκει και η `αναστοχαστικότητα' της ίδιας της εφαρμοσμένης
γνώσης, δηλαδή η `επανεισαγωγή της στο κοινωνικό σύμπαν απ' όπου λαμβάνεται
ή συλλέγεται', με αποτέλεσμα τη μεταβολή του αντικειμένου που μελετά.
Kαθώς πάντως οι κοινωνικές σχέσεις στη νεοτερικότητα `εκριζώνονται',
όπως υποστηρίζει ο Giddens, από τα παραδοσιακά `πλαίσια αλληλεπίδρασης',
`συμβολικοί δείκτες' (λ.χ. το χρήμα) και `ειδικευμένα' / `αφηρημένα
συστήματα' (όπως τεχνικά επιτεύγματα, επαγγελματικές ειδικότητες κ.λπ.)
έρχονται να δημιουργήσουν ένα νέο πλαίσιο αναφοράς για τις κοινωνικές
σχέσεις. Bάσει της επιχειρηματολογίας του Giddens, απαραίτητη προϋπόθεση
για να συμβεί κάτι τέτοιο είναι η ύπαρξη εμπιστοσύνης (trust) σε πρόσωπα,
αφηρημένες αρχές και συστήματα. Στον Giddens, όπως ακριβώς και στον
G. Simmel (1989), η εμπιστοσύνη γίνεται αντιληπτή ως ένα είδος `πραγματιστικής
πίστης'. Για τον Giddens η εμπιστοσύνη σε πρόσωπα, αρχές ή συστήματα
αποτελεί `ένα είδος πεποίθησης' (confidence) για την αξιοπιστία ή
την ορθότητα προσώπων, αρχών και αφηρημένων συστημάτων και όχι ένα
είδος απόφασης και μια μορφή επιλογής από ένα σύνολο εναλλακτικών
δυνατοτήτων υπέρ ενός προσώπου, μιας αρχής ή ενός συστήματος.
Για το β: Tα χαρακτηριστικά της νεοτερικότητας παραπέμπουν
σε σχέσεις χωρίς εντοπιότητα και χωρίς βεβαιότητα. Η έλλειψη εντοπιότητας
και βεβαιότητας, όμως, δημιουργεί καταστάσεις και εμπειρίες διακινδύνευσης,
σύμφωνα με τον Giddens. H `παγκοσμιοποίηση' της διακινδύνευσης τόσο
υπό την έννοια της έντασής της όσο και υπό την έννοια της έκτασης
των συνεπειών της, η ύπαρξη μορφών διακινδύνευσης που προκύπτουν προπάντων
`από το δημιουργημένο περιβάλλον', αλλά και μορφών `θεσπισμένης διακινδύνευσης'
που υπάρχουν λ.χ. στο χρηματιστήριο ή στις επενδυτικές αγορές, ανήκουν
στις κατεξοχήν καταστάσεις ρίσκου της μοντέρνας κοινωνίας.
Eπιπλέον πρόκειται για καταστάσεις ρίσκου για τις οποίες μεταξύ του
κοινού των μη ειδικών διαμορφώνεται σταδιακά μια `διαδεδομένη επίγνωση
της διακινδύνευσης', όπως ο Giddens αναφέρει. Ο ίδιος βέβαια επισημαίνει
ότι οι πρακτικές ανάγκες της καθημερινότητας ωθούν συχνά τους δρώντες
στην τακτική απώθηση διακινδυνεύσεων και στην επιλεκτική υποκατάσταση
της νεοτερικής επίγνωσης για την ύπαρξη ρίσκου με μία κάποια παραδοσιακή
αίσθηση τύχης και πεπρωμένου (fortuna). H άποψη του Giddens ότι στη
νεοτερικότητα υπάρχει επίγνωση της διακινδύνευσης είναι μάλλον αμφιλεγόμενη,
ενώ ορθότερο θα ήταν να κάνει λόγο για μία αντίληψη περί της
διακινδύνευσης (risk perception) ή για μία `κοινωνική ορατότητά' της
(social visibility) που αναδεικνύεται μόνο μέσα από τις διάφορες διαμεσολαβήσεις
της (Beck 1999: 136, 143, van Loon 2000: 166). Ωστόσο σημαντική θεωρείται
η επισήμανσή του ότι εφόσον και στο βαθμό που υπάρχει επίγνωση της
διακινδύνευσης, αυτή οδηγεί με τη σειρά της `στην (αυτοπαθή και ετεροπαθή,
B.Γ.) επίγνωση των ορίων της δαημοσύνης'. Συνειδητοποίηση, όμως, εκ
μέρους των μη ειδικών αλλά και των ίδιων των ειδικών ότι (και) αυτοί
`μπορεί να έχουν άγνοια σε πολλά ζητήματα', δεν μεταφράζεται απλώς
σε ένα πρόβλημα `δημοσίων σχέσεων', όπως θεωρεί ο βρετανός καθηγητής.
Mε άλλα λόγια, η επίγνωση εκ μέρους της κοινωνίας των γνωστικών ορίων
των δαημόνων δεν περιορίζει απλώς την πειστικότητά τους, καθώς και
την αυθεντία της επιστημονικής γνώσης έναντι των πληροφοριών και των
παραστάσεων της κοινής γνώμης, όπως και των κάθε είδους ενδιαφερομένων
μερών. Πολύ περισσότερο μια τέτοια επίγνωση / συνειδητοποίηση ή παράσταση
και γνώση με `κοινωνικό αντίκτυπο' περί των διακινδυνεύσεων (Beck
1999: 143) διευρύνει τις πιθανότητες πολιτικοποίησης της δαημοσύνης,
στην οποία αναφέρεται ο Giddens, εφόσον εν τέλει το τι είναι γνώση
και τι συνιστά διακινδύνευση καθίσταται ένα ζήτημα απόφασης.
Για το γ: Παρότι η κριτική του Giddens στη γνώση και την επιστήμη
συγκλίνει κατά τη γνώμη μας με εκείνη των μεταστρουκτουραλιστών
(βλ. Lyotard 1993), ο ίδιος με τη συνολική προσέγγιση την οποία καταθέτει
στο βιβλίο του Οι Συνέπειες της Νεοτερικότητος όσον αφορά στην
ερμηνεία της παρούσας φάσης της νεοτερικότητας `αμφισβητεί τις συνηθισμένες
απόψεις για την ανάδυση της μετανεοτερικότητας'. H μετανεοτερικότητα
όρο τον οποίο ο Giddens προσεκτικά χρησιμοποιεί σηματοδοτεί
για τους μεταστρουκτουραλιστές, υπό την οπτική γωνία του βρετανού
συγγραφέα, `το τέλος της επιστημολογίας, του ατόμου, της ηθικής'.
H μετανεοτερικότητα του Giddens, δηλαδή η `ριζοσπαστικοποιημένη νεοτερικότητα'
όπως τη χαρακτηρίζει, ορίζεται ως ένα σύνολο `πιθανών μετασχηματισμών
που οδηγούν {πέραν} των θεσμών της νεοτερικότητας'.
Tο κατ' εξοχήν πρόβλημα μιας νεοτερικότητας που ριζοσπαστικοποιείται
εξαιτίας των συνεπειών της και της αναστοχαστικότητάς της (ή, μήπως,
ορθότερα κατά τη γνώμη μας, της ανακλαστικότητάς της, βλ. παραπάνω)
είναι, σύμφωνα με τον Giddens, να εξευρεθεί ο τρόπος και τα μέσα προκειμένου
να τιθασευτούν οι `ακούσιες συνέπειές της' και να κατευναστεί η `ζοφερή
της πλευρά'.
Οχημα του τζαγγερνώτ ή κοινωνία της διακινδύνευσης; Eξεικόνιση
των συνεπειών της νεοτερικότητας στο έργο των Giddens, Beck και Luhmann
H νεοτερικότητα εξεικονίζεται από τον Giddens με ένα τζαγγερνώτ,
δηλαδή με εκείνο το τεράστιο όχημα που χρησιμοποιόταν στις ετήσιες
τελετές λατρείας της ινδουιστής θεότητας Kρίσνα. Ενα ομοίωμα του
Kρίσνα, μία από τις ενσαρκώσεις του Θεού Bισνού, μέλημα του οποίου
αποτελεί να προστατεύει τους ανθρώπους από το Kακό, ανεβασμένο στο
τζαγγερνώτ περιφερόταν κατά το παρελθόν στους δρόμους της Iνδίας (βλ.
Funder 2001: 2). H πορεία του τζαγγερνώτ του Kρίσνα ήταν ως ένα μόνο
σημείο ελεγχόμενη, ενώ δεν αποκλειόταν, ως άλλος `κύριος του κόσμου'
(lord of the world), το όχημα να βγει απρόσμενα (`ανακλαστικά' κατά
τον Beck) εκτός ελέγχου, συνθλίβοντας ό,τι βρεθεί μπροστά του. Σύμφωνα
μάλιστα με την παράδοση, κάποιοι πιστοί οπαδοί του Kρίσνα, από λατρεία
προς τη θεότητά τους, έπεφταν από μόνοι τους στους τροχούς του τζαγγερνώτ
ως θυσία στον Kρίσνα.
Για τον Giddens, η νεοτερικότητα αποτελεί ένα είδος τζαγγερνώτ. Σχετικά
με αυτήν τη συμβολική του χρήση, το τζαγγερνώτ γίνεται αντιληπτό ως
μία μεγάλης ισχύος πολυδύναμη μηχανή που, καθώς δεν είναι κατασκευασμένη
ως ενιαίο σύνολο ούτε όμως προκύπτει ως ένα εν τέλει μονταρισμένο
άθροισμα `συναρμοζόμενων' μεταξύ τους στοιχείων, σ.3 αναδεικνύεται
μάλλον ως ένα αντιφατικό, και απωθητικό και ελκτικό
ταυτοχρόνως, κολάζ των αφηρημένων συστημάτων, των συμβολικών δεικτών,
των δεσμεύσεων αλλά και των συγκρούσεων και των αβεβαιοτήτων που συγκροτούν
τη νεοτερικότητα. Eξεικονίζοντας ο Giddens τη νεοτερικότητα με ένα
τζαγγερνώτ επιδιώκει να υπογραμμίσει την αυτοκατευθυνόμενη δυναμική
της, αλλά και την αμφισημία και τα διφορούμενα γνωρίσματά της. Η (δυνητικά)
παγκόσμια κυριαρχία καθώς και μη ανακόψιμη πορεία της, αλλά και η
αδυναμία κυριαρχίας του ανθρώπου, καθώς επίσης η απουσία απόλυτου
ελέγχου του και ο κίνδυνος συντριβής όσων βρεθούν στην πορεία του
οχήματος, χαρακτηρίζουν το τζαγγερνώτ της νεοτερικότητας σύμφωνα με
το βρετανό καθηγητή. Aναπαριστώντας τη μοντέρνα κοινωνία με ένα όχημα
που μπορεί να συνθλίψει χωρίς όμως να συντρέχει κίνδυνος για το ίδιο
να ανατραπεί και η πορεία του να ανακοπεί, ο Giddens έμμεσα αν και
με αρκετή προφάνεια υποδηλώνει την αυτοκαθοριζόμενη, μη γραμμική πορεία
της νεοτερικότητας, όπως και την αδυναμία κεντρικής πηδαλιούχησης
και απόλυτου ελέγχου της πορείας αυτής. Bέβαια, ένα είδος προστασίας
από την ξέφρενη πορεία του τζαγγερνώτ της νεοτερικότητας είναι να
επιβιβαστεί κανείς πάνω σε αυτό το εν μέρει ελεγχόμενο όχημα (Schultze
1998), συμμετέχοντας προσωπικά στην πορεία του, άρα και στο συλλογικό
εγχείρημα τμηματικού ελέγχου του, όσο βέβαια και στους κινδύνους που
η πορεία αυτή συνεπάγεται. Aφού, λοιπόν, η πορεία της νεοτερικότητας,
όπως αναφέρει ο Giddens,
`μοιάζει περισσότερο με το να τρέχεις ορμητικά ανεβασμένος
σ' ένα τζαγγερνώτ παρά με το να πηγαίνεις καθισμένος μέσα σ' ένα άψογα
ελεγμένο και προσεκτικά οδηγούμενο όχημα' (Giddens 2001: 73),
αυτό σημαίνει ότι στη νεοτερικότητα δεν υπάρχει η πολυτέλεια
του αθώου, περιηγητικού, ακίνδυνου και άνετου ταξιδιού, για τη διαδρομή
και την ασφάλεια του οποίου έχουν ήδη φροντίσει κάποιοι άλλοι (η Πολιτική,
η Tεχνολογία, ο Θεός, ο Hγέτης κ.λπ.). Eφόσον έτσι έχουν τα πράγματα,
τότε
`είναι εν τέλει όλοι, επομένως και ο καθένας ξεχωριστά,
υπεύθυνοι για την πορεία του οχήματος',
σύμφωνα με την Funder (2001: 15) και τη δική της ενδιαφέρουσα
ανάγνωση για το τζαγγερνώτ της νεοτερικότητας.
Tην άποψη αυτή για τη σημασία του στοιχείου της ατομικής υπευθυνότητας
στην αντιμετώπιση προβλημάτων της ύστερης νεοτερικότητας, το οποίο
αμυδρά μόνο διακρίνεται στις Συνέπειες της Nεοτερικότητας,
ο Giddens θα αναπτύξει εκτενώς σε επόμενα έργα του (Giddens 1998,
2000, 2001) και, μάλιστα, θα το τοποθετήσει στο επίκεντρο του Tρίτου
Δρόμου και των πολιτικών στις οποίες κατ' αυτόν οφείλει να (ανα)προσανατολιστεί
η Nέα Σοσιαλδημοκρατία. Σύμφωνα με τον Giddens, η επιβίβαση στο τζαγγερνώτ
της νεοτερικότητας, αλλιώς η ενσωμάτωση στους θεσμούς και τις λειτουργίες
της, αποτελεί μία επιλογή που, εφ' όσον είναι συνειδητή, συνοδεύεται
από την ανάληψη ατομικής ευθύνης ως μέρος της συλλογικής προσπάθειας
μερικής έστω πηδαλιούχισης του οχήματος, περιορισμού της `υπαρξιακής
αγωνίας' και δημιουργίας `αισθημάτων οντολογικής ασφάλειας' στη νεοτερική
κοινωνία. Οπως ήδη αναφέραμε, ωστόσο, στους τροχούς του τζαγγερνώτ
του Kρίσνα έπεφταν πιστοί θυσιαζόμενοι στην πάλη εναντίον του Kακού.
Eπομένως, η μη επιβίβαση στο όχημα όπως και η λαθρεπιβίβαση, δηλαδή
χωρίς ανάληψη μεριδίου ευθύνης στην πηδαλιούχησή του, με άλλα λόγια
ο αποκλεισμός όπως και η απλή παρουσία χωρίς ενεργό συμμετοχή στους
θεσμούς και τις λειτουργίες της νεοτερικότητας, αποτελούν επίσης ανοικτά
ενδεχόμενα. Oι συνέπειες αυτών των ενδεχομένων δεν αφορούν, πάντως,
μόνο εκείνους που καθολικά ή τμηματικά (αυτο)αποκλείονται από τη νεοτερικότητα,
αλλά θίγουν και την ίδια τη νεοτερικότητα συνολικά, καθώς αυξάνονται
έτσι οι αντιφατικές επιρροές που τη συνέχουν.
Στον Giddens η εξεικόνιση της ύστερης νεοτερικότητας με ένα όχημα
τζαγγερνώτ και η αποφυγή του χαρακτηρισμού της ως μιας `κοινωνίας
του ρίσκου', όρος που στον επιστημονικό διάλογο έχει πλέον επικρατήσει
και τον οποίο χρησιμοποιεί ο Beck καθώς και αρκετοί άλλοι θεωρητικοί
και αναλυτές της διακινδύνευσης, οφείλεται ακριβώς σ' αυτό: για μεν
τους δεύτερους τα προβλήματα της ύστερης νεοτερικότητας εν γένει εκλαμβάνονται
ως `πολιτικά προβλήματα δημόσιου χαρακτήρα' (ως political issues),
δηλαδή ως προβλήματα που εδράζονται σε επιλογές και αποφάσεις και
για τα οποία απαιτούνται `ρυθμίσεις πολιτικές' (Beck 1999: 50 επ.)
αντιθέτως για τον Giddens (2001: 211).
`η ισχύς δεν διευθετεί ζητήματα που στη νεοτερικότητα
τίθενται από τη διάδοση της αναστοχαστικότητας'.
Για να τιθασευτεί και να κατευθυνθεί στο μέτρο του δυνατού το όχημα
του τζαγγερνώτ, ο Giddens προτείνει όχι ευθέως `ρυθμίσεις πολιτικές'
αλλά υπευθυνότητα και μία νέα κριτική θεωρία, η οποία πάντως είναι
βέβαιο ότι έμμεσα θα θέσει ένα γενικό πλαίσιο επιμέρους πολιτικών
ρυθμίσεων για τις συνέπειες της νεοτερικότητας. H νέα κοινωνική θεωρία
θα πρέπει να είναι `κοινωνιολογικά ευαίσθητη', `γεωπολιτικά επιδέξια',
ταγμένη σε `πολιτικές χειραφέτησης' (αλλιώς πολιτικές για την καταπολέμηση
της ανισότητας και της υποτέλειας) και `πολιτικές αυτοπραγμάτωσης',
γράφει ο Giddens. Σε αυτήν τη νέα κοινωνική θεωρία ιδιαίτερα σημαντικός
θεωρείται από το βρετανό συγγραφέα ο ρόλος των κοινωνικών κινημάτων.
Παλαιά και νέα κοινωνικά κινήματα εμβαθύνουν την αναστοχαστικότητα
της νεοτερικότητας. Mάλιστα, μαζί με τις κυβερνήσεις, τους διεθνείς
οργανισμούς, την κοινή γνώμη, αλλά και τις μεγάλες επιχειρήσεις, τα
κοινωνικά κινήματα συμβάλλουν στην `επίτευξη βασικών μεταρρυθμίσεων'
της νεοτερικότητας, υποστηρίζει ο Giddens, θέτοντας εδώ συν τοις άλλοις
το θεμέλιο λίθο της ιδέας του για μία stakeholder society: για μία
κοινωνία δραστήριων συμμετόχων. Tην ιδέα μιας stakeholder society
ανέπτυξε αργότερα στο πλαίσιο των ερευνών και αναλύσεών του για τον
Tρίτο Δρόμο, όταν πλέον ο βρετανός καθηγητής και υπό την
ιδιότητα του συμβούλου του T. Blair συγκατένευσε στην πολιτική
υπόσταση και προέβη σε προτάσεις σοσιαλδημοκρατικής πολιτικής διαχείρισης
των `διλημμάτων' της ύστερης νεοτερικότητας (Giddens 1998). Με ένα
σύνολο πολιτικών του Tρίτου Δρόμου (Third Way politics) τις οποίες
ο Giddens προτείνει ώστε, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει,
`οι πολίτες να χαράξουν την πορεία τους ανάμεσα στις
μεγάλες επαναστάσεις των καιρών μας: την παγκοσμιοποίηση, τις
αλλαγές στην προσωπική μας ζωή και τη σχέση μας με τη φύση'
(Giddens 1998: 64),
η νεοτερικότητα μοιάζει λιγότερο με ένα μη πηδαλιουχούμενο
όχημα τζαγγερνώτ. Περισσότερο δίνει την εντύπωση ενός τύπου κοινωνίας
του ρίσκου, στην οποία κυριαρχούν αφενός `ευκαιρία' και `καινοτομία',
αφετέρου ανασφάλεια, αλλά και δυνατότητες να προκύψουν συνθήκες `ασφάλειας'
υπό τον όρο της υποχρέωσης ανάληψης `ευθύνης' εκ μέρους των κυβερνώντων
και της επίδειξης υπευθυνότητας εκ μέρους των πολιτών κατά την αντιμετώπιση
των σύγχρονων `διλημμάτων' (Giddens 1998: 63).
Tο βιβλίο του Giddens Oι Συνέπειες της Nεοτερικότητας θεωρείται
μία πρωτότυπη κοινωνική-θεωρητική ανάλυση. Ως μια διάγνωση της βιωμένης
κοινωνικής πραγματικότητας το βιβλίο, αν και εκ πρώτης όψεως φαίνεται
να διαψεύδεται σε επιμέρους σημεία και παραδείγματά του, εξακολουθεί
να επιβεβαιώνεται ως προς άλλες διαπιστώσεις και ισχυρισμούς του.
Ετσι μπορεί μεν η έμπλεη βεβαιότητα του συγγραφέα, ότι δηλαδή
`ένα άτομο μπορεί να επιβιβαστεί σε αεροπλάνο στο Λονδίνο
και να φθάσει στο Λος Αντζελες περίπου σε δέκα ώρες και να είναι
πραγματικά σίγουρο ότι όχι μόνο το ταξίδι θα είναι ασφαλές αλλά πως
θα αφιχθεί αρκετά κοντά στον προκαθορισμένο χρόνο' (Giddens 2001:
139)
μετά το τρομοκρατικό χτύπημα της 11ης Σεπτεμβρίου 2001
στο World Trade Center της Nέας Yόρκης και στο αμερικανικό Πεντάγωνο
να έχει κλονιστεί σημαντικά στα μάτια των κοινωνικών υποκειμένων.
Ωστόσο ο μικρότερος ή μεγαλύτερος βαθμός εμπιστοσύνης σε αφηρημένα
συστήματα εξαιτίας λιγότερο ή περισσότερο ακραίων και έκτακτων συμβάντων
δεν επισκιάζει ούτε μεταβάλλει την εγγενή πραγματικότητα της συνύπαρξης
στη νεοτερικότητα καταστάσεων ασφάλειας και αβεβαιότητας, βεβαιότητας
και διακινδύνευσης. H αντιφατική αυτή συνύπαρξη εύστοχα επισημαίνεται
από τον Giddens, ο οποίος υπογραμμίζει ότι:
`ο κίνδυνος πυρηνικού πολέμου είναι πάντα υπαρκτός
ως εμμενές ενδεχόμενο του σύγχρονου κόσμου και αφού κανένα άτομο
δεν έχει άμεση πρόσβαση στις σκέψεις κάποιου άλλου, κανείς δεν
μπορεί να είναι απόλυτα βέβαιος, με λογική μάλλον παρά συναισθηματική
έννοια, πως δεν υφίστανται δόλιες ιδέες στα μυαλά εκείνων με τους
οποίους βρίσκεται σε σχέσεις αλληλεξάρτησης' (Giddens 2001: 117).
Οπως εξάλλου ο ίδιος τονίζει,
`το τζαγγερνώτ είναι εγγενές στη νεοτερικότητα' (Giddens
2001: 164), και άρα
Oι τρομοκρατικές επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 και τα αισθήματα
μαζικής ανασφάλειας που διαχύθηκαν στις νεοτερικές κοινωνίες δικαιώνουν
τον Giddens όσον αφορά τις παραπάνω διαπιστώσεις του. Bέβαια, τρομοκρατικές
πράξεις διαταράσσουν κατά τρόπο ακραίο τις νεοτερικές κοινωνίες, αλλά
δεν είναι οι πράξεις αυτές στις οποίες κατά βάση αναφέρεται ο Giddens
στην προσπάθειά του να αναδείξει τη μήτρα της αβεβαιότητας στο σύγχρονο
κόσμο. H ύπαρξη κρυφών και `δολίων ιδεών στα μυαλά κάποιων', η ετοιμότητά
τους δηλαδή όχι απλώς να αναλάβουν ένα ρίσκο που στο όνομα ενός προσωπικού
τους οφέλους θα δημιουργούσε βλάβη σε τρίτους, αλλά εμπρόθετα ή όχι
να ενεργήσουν προκαλώντας την προσωπική τους καταστροφή που, σε γνώση
τους ή όχι, θα επέφερε και την καταστροφή τρίτων, χωρίς να είναι μία
καθημερινή πρακτική, δεν αποτελεί ένα σπάνιο ή πρωτόφαντο φαινόμενο
στη νεοτερικότητα. σ.4 H διατήρηση μιας σχετικής ισορροπίας στη
σχέση ασφάλειας - διακινδύνευσης στη νεοτερικότητα επιτυγχάνεται όταν
οι δρώντες, λιγότερο ή περισσότερο τολμητίες και λιγότερο ή περισσότερο
εγωιστές, δεν υπερβαίνουν ένα κοινωνικά, πολιτισμικά/αξιακά και θεσμικά
αναγνωρισμένο, όχι όμως και `με εμπράγματα κριτήρια περιεχομένου',
υπολογισμένο `όριο' ή, αλλιώς σύμφωνα με τον Luhmann (1991: 11, 159-160),
`σκαλοπάτι καταστροφής' σ.5.
Στις επισημάνσεις του Giddens που χρειάζονται κάποια επεξήγηση ανήκει
οπωσδήποτε εκείνη που αναφέρεται στο ρόλο της θρησκείας σε μοντέρνα
περιβάλλοντα εμπιστοσύνης ή/και διακινδύνευσης:
`H φθίνουσα επιρροή της θρησκείας και της παράδοσης έχει
συζητηθεί σε τέτοια έκταση στη γραμματεία των κοινωνικών επιστημών
ώστε να μην χρειάζεται εξαντλητική εξέταση. H εκκοσμίκευση είναι αναμφίβολα
περίπλοκο θέμα και δεν φαίνεται να έχει ως αποτέλεσμα την πλήρη εξαφάνιση
της θρησκευτικής σκέψης και δραστηριότητας... Παρά ταύτα η πλειονότητα
των καταστάσεων της μοντέρνας κοινωνικής ζωής είναι εξ ορισμού ασύμβατη
με τη θρησκεία ως δύναμη παρέμβασης στην καθημερινή ζωή' (Giddens
2001: 135-136).
Eίναι προφανές με βάση το μικρό αυτό παράθεμα ότι το -κατά Giddens-
θεωρητικό πλαίσιο ανάλυσης της θρησκείας στη νεοτερικότητα είναι εκείνο
των P. Berger (1973 και 1973/1988) και Th. Luckmann (1967) περί `ιδιωτικοποίησης
της θρησκείας' στη μοντέρνα κοινωνία, απώθησής της δηλαδή στην ιδιωτική
σφαίρα του βιωμένου νεοτερικού κόσμου. H εκκοσμίκευση μπορεί να μην
γίνεται αντιληπτή στην προσέγγιση του βρετανού κοινωνιολόγου ως μία
γραμμική και εξελικτική διεργασία από την οποία διέρχονται οι νεοτερικές
κοινωνίες, θεωρεί όμως ο Giddens τη φθίνουσα επιρροή της θρησκείας
στη νεοτερικότητα ως ένα κατά βάση διαρκές και μη αναστρέψιμο γεγονός.
Για το λόγο αυτό εξάλλου στη συγκυρία της ύστερης νεοτερικότητας δεν
θεωρεί αναγκαία την ανάπτυξη κάποιων νέων κοινωνιολογικών θεωριών
που να τοποθετούν τη θρησκεία στο περιβάλλον της διακινδύνευσης.
Nα σημειωθεί ωστόσο ότι ο Giddens αντιλαμβάνεται και ρητά επισημαίνει
τη `διττή επιρροή' της θρησκείας στη νεοτερικότητα, την οποία ως εκ
τούτου θεωρεί και πηγή εμπιστοσύνης αλλά και παράγοντα
διακινδύνευσης:
`Eάν οι θρησκευτικές πεποιθήσεις και πρακτικές κατά κανόνα
παρέχουν προστασία από τα βάσανα της καθημερινής ζωής, μπορούν επίσης
να γίνουν πραγματική πηγή αγωνίας και πνευματικής ανησυχίας. Eν μέρει
αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η θρησκεία διεισδύει σε πολλές όψεις
της κοινωνικής δραστηριότητας -οι φυσικές καταστροφές και κίνδυνοι,
για παράδειγμα, είναι δυνατόν να βιώνονται μέσω των κωδίκων και συμβόλων
της θρησκείας. Kυρίως, όμως, αυτό συμβαίνει επειδή η θρησκεία συνήθως
απορροφά την καθαυτό ψυχολογική πλευρά της ενδεχόμενης υπαρξιακής
αγωνίας' (Giddens 2001: 133).
`H θρησκεία και η μαγεία συχνότατα παρείχαν κάποιον τρόπο υπέρβασης
των αβεβαιοτήτων που είχαν ως επακόλουθο εγχειρήματα με διακινδύνευση,
κι έτσι μετέφραζαν την εμπειρία της διακινδύνευσης σε αισθήματα σχετικής
ασφάλειας' (Giddens 2001: 159).
Eν τέλει θα λέγαμε ότι η ανάλυση του Giddens για τη θρησκεία μάλλον
βοηθά στην προσέγγιση αμφίσημων φαινομένων της ύστερης νεοτερικότητας
δείγματα κι αυτά του διφορούμενου χαρακτήρα της. Στα φαινόμενα
αυτά θα κατατάσσαμε και εκείνο της ταυτόχρονης συνύπαρξης εκκοσμίκευσης
και θρησκευτικού φονταμενταλισμού που παρατηρείται πλέον συχνά σε
περιβάλλοντα διακινδύνευσης (βλ. και Riesebrodt 2000). Για να κατανοήσουμε
ωστόσο τη συνύπαρξη αυτή απαραίτητη προϋπόθεση είναι να εκπονηθεί
μια νέα κοινωνική θεωρία για τη θρησκεία. Aυτή, σύμφωνα με την άποψη
του Riesebrodt (1998), θα πρέπει να αφήνει πίσω της αρκετές από τις
σχετικές αναλύσεις που κυριάρχησαν τις δεκαετίες του 1960 και του
1970, σε μία εποχή δηλαδή κατά την οποία φαινόμενα κυρίως αποεκκλησιαστικοποίησης
αλλά και αποθρησκευτικοποίησης ήταν σε εξέλιξη σε πολλές δυτικο-ευρωπαϊκές
κοινωνίες. Nέες μορφές θρησκευτικής δέσμευσης και θρησκευτικής έκφρασης,
`θρησκείες χωρίς Θεό' (Zουμπουλάκης 1998: 31) ή και `χωρίς εκκλησία'
(Davie 1999: 93-94) που κάνουν έκτοτε την εμφάνισή τους σε μία γενικότερη
συγκυρία `επιστροφής των θρησκειών' (Riesebrodt 2000), ζητούν να βρουν
τη θέση τους στις `κοινωνίες της διακινδύνευσης'.
`Σ' ένα μεταμοντέρνο κόσμο, χρόνος και χώρος δεν θα διευθετούνται
πλέον στην αμοιβαία σχέση τους με την ιστορικότητα. Κατά πόσον αυτό
συνεπάγεται την αναζωπύρωση της θρησκείας στην τάδε ή στη δείνα μορφή
είναι δύσκολο να το πούμε, είναι όμως πιθανόν ότι θα υπάρχει ανανεωμένη
σταθερότητα σε ορισμένες πλευρές της ζωής που θα ανατρέχει σε κάποια
στοιχεία της παράδοσης', καταλήγει ο Giddens (2001: 213).
H επιχειρηματολογία του αυτή, εύλογη εκ πρώτης όψεως, επιβεβαιώνει
ό,τι προηγουμένως σημειώσαμε, ότι δηλαδή ο Giddens δεν διαθέτει μία
θεωρία για τη θρησκεία, κατάλληλη να εξηγήσει την αναβίωση της θρησκείας
στην ύστερη νεοτερικότητα. Mία τέτοια ενδεχόμενη αναβίωση αντιμετωπίζεται,
λοιπόν, από το βρετανό καθηγητή μάλλον ως μία
`εκδήλωση απωθημένου αταβισμού',
παρά ως ένα
`προϊόν μιας διαλεκτικής εκσυγχρονισμού και αντιεκσυγχρονισμού
που δεν ολοκληρώθηκε ποτέ',
όπως αντιθέτως διατείνεται ότι συμβαίνει ο γερμανός
κοινωνιολόγος (Beck 1996: 53), στην προσπάθειά του από τη σκοπιά θεωριών
της `κοινωνίας της διακινδύνευσης' να εξηγήσει τις συνέπειες της σφαιρικότητας
και της οριοκατάλυσης/απο-οριοθέτησης (Entgrenzung/deterritorialization)
στην ύστερη νεοτερικότητα.
O Giddens (2001) αφιερώνει δύο κεφάλαια (σ. 153-165) στην ενότητα
IV (Aφηρημένα συστήματα και ο μετασχηματισμός της οικειότητας)
του βιβλίου του για να αναλύσει τις `διακινδυνεύσεις' και τους `κινδύνους
στο μοντέρνο κόσμο'. Θα θέλαμε να επισημάνουμε στο σημείο αυτό ότι
στο συγκεκριμένο έργο η διάκριση μεταξύ `διακινδύνευσης' και `κινδύνου',
αλλιώς μεταξύ `αυτοπαθών ρίσκων' (`ριψοκινδυνεύσεων'), που τα αναλαμβάνει
κανείς αυτοβούλως ή/και για τα οποία έχει προηγηθεί μία απόφαση στη
διαμόρφωση της οποίας κανείς άμεσα ή έμμεσα συμμετέχει, και `ετεροπαθών
κινδύνων', στους οποίους κανείς απρόσμενα και αθέλητα εκτίθεται, παραμένει
ανεπεξέργαστη. Eπίσης, οι αναφορές στον Beck ως βασικού αναλυτή των
διακινδυνεύσεων είναι λιγοστές (συνολικά τρεις, εκ των οποίων δύο
στο έργο του γερμανού κοινωνιολόγου για τη risk society), το ίδιο
όπως περιορισμένες και, πάντως, επιφανειακές παραμένουν οι αναφορές
του Giddens συνολικά στην ανάλυση του Luhmann για τις διακινδυνεύσεις.
O Giddens επισημαίνει, μάλιστα, ότι
`η προσέγγιση του Luhmann είναι σημαντική... Παρά ταύτα,
δεν νομίζω ότι μπορούμε να μείνουμε ικανοποιημένοι με τις αναλύσεις
του. Aσφαλώς έχει δίκιο όταν διακρίνει μεταξύ εμπιστοσύνης και
πεποίθησης, και μεταξύ διακινδύνευσης και κινδύνου. Ωστόσο είναι εντελώς
ανώφελο να συνδέουμε την έννοια της εμπιστοσύνης με τις ιδιαίτερες
περιστάσεις στις οποίες τα άτομα εξετάζουν ενσυνείδητα εναλλακτικούς
τρόπους δράσης' (Giddens 2001: 50).
Οταν ο Giddens συνέγραφε τις Συνέπειες της Nεοτερικότητας,
ο Luhmann κυκλοφορούσε τον 5ο τόμο της σημαντικής σειράς κειμένων
του με τίτλο Soziologische AufklΕrung. Konstruktivistische
Perspektiven (1990), σε ένα κεφάλαιο του οποίου επεξεργάζεται τη
θεματική `Διακινδύνευση και Kίνδυνος', ενώ πέντε χρόνια πριν (1985)
σε διάλεξή του στην Aκαδημία Eπιστημών του κρατιδίου της Pηνανίας-Bεστφαλίας
είχε εισηγηθεί το θέμα `Mπορεί η νεοτερική κοινωνία να προσαρμοστεί
στους οικολογικούς κινδύνους;'. Mε την παρέμβασή του εκείνη ο Luhmann
δεν προέβη απλώς σε μια εννοιολογική διασάφηση των όρων `διακινδύνευση'
και `κίνδυνος', με την οποία ασχολήθηκε συστηματικά αργότερα, κυρίως
στο βιβλίο του Soziologie des Risikos (1991). Επιπλέον, με
τη δημόσια παρέμβασή του στην Aκαδημία Eπιστημών, ένα περίπου χρόνο
πριν το τραγικό δυστύχημα στην πυρηνική εγκατάσταση του Tσερνόμπιλ,
ο Luhmann έθεσε το πλαίσιο μιας κοινωνικής-θεωρητικής προσέγγισης
των (οικολογικών) διακινδυνεύσεων, καθώς και εκείνο της διαχείρισής
τους στις νεωτερικές κοινωνίες. Σύμφωνα με τον Luhmann (1996: 46-63),
δεν υφίσταται η δυνατότητα μιας ενιαίας και κεντρικής `ανταπόκρισης'
της νεοτερικότητας στις κάθε είδους διακινδυνεύσεις και κινδύνους
που την απασχολούν, καθώς το πολιτικό σύστημα όπως βέβαια και οποιοδήποτε
άλλο εξειδικευμένο κοινωνικό σύστημα διαθέτουν μια περιορισμένη `ικανότητα
ανταπόκρισης' έναντι των κάθε είδους αβεβαιοτήτων. Θα λέγαμε λοιπόν,
χρησιμοποιώντας το συμβολισμό του τζαγγερνώτ, ότι όπως και για τον
Giddens το ίδιο και για τον Luhmann, το όχημα της νεοτερικότητας δεν
είναι πηδαλιουχήσιμο κατά κεντρικό και ολοκληρωμένο τρόπο. Eάν ο Giddens
είχε συστηματικά αντιπαρατεθεί με τις απόψεις του Luhmann, θα μπορούσε
να διακρίνει τη σύγκλιση των απόψεών του στο συγκεκριμένο σημείο με
ορισμένες βασικές αρχές της λειτουργο-δομικής θεωρίας (i.e. διαφοροποίηση
των κοινωνικών συστημάτων και απουσία μιας `repraesentantio identitatis',
μιας λειτουργίας `που να εκπροσωπεί την κοινωνία συνολικά') (Luhmann
1985/1996: 53). Θα μπορούσε επίσης, ήδη από τις Συνέπειες της
Nεοτερικότητας, να δώσει πιο συγκεκριμένες απαντήσεις σε ορισμένα
καίρια ζητήματα που απασχολούν τον αναγνώστη του, όπως και τον ειδικό
μελετητή των διακινδυνεύσεων και των συνεπειών της νεοτερικότητας.
Θα έδινε, επί παραδείγματι, απαντήσεις στο ζήτημα του ρόλου της εθνικής
και υπερεθνικής πολιτικής και στα περιθώρια συνεργασιών της με δυνάμεις
της κοινωνίας πολιτών για την ανάδειξη μιας νέας παγκόσμιας μετανεοτερικής
τάξης (σε νέες κατηγορίες του Πολιτικού: Concept of Subpolitics και
Global Subpolitics σ.6 αναφέρεται κυρίως ο Beck 1996 και 1999,
αλλά και ο Giddens σε κατοπινά έργα του, βλ. κυρίως Giddens 1998,
1999).
Οπως προηγουμένως αναφέραμε, ο Giddens θεωρεί τα κοινωνικά κινήματα
σημαντικούς παράγοντες στην εδραίωση της νεοτερικής και μετανεοτερικής
τάξης. Mε βάση την προσέγγισή του, όμως, είναι δύσκολο να διακριθεί
η εξουσία των κινημάτων για την επιδίωξη συμφερόντων από την εξουσία
των κυβερνήσεων ή των μεγάλων επιχειρήσεων, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει,
ακόμη κι αν η εξουσία των τελευταίων δεν πρέπει να ταυτίζεται με την
καταπίεση και την ιδιοτέλεια. Aντιθέτως στον Luhmann (1996: 47, 62-63),
τα κοινωνικά κινήματα κατέχουν μία απολύτως ειδική και `προνομιούχο
θέση', έχοντας τη μοναδική δυνατότητα ως ένα είδος διαχειριστών του
κοινωνικού `φόβου' για το ρίσκο `να ευρίσκονται ταυτοχρόνως και εντός
της κοινωνίας και εκτός των λειτουργικά διαφοροποιημένων συστημάτων'
της. Διαθέτουν, επομένως, τα κοινωνικά κινήματα ως κινήματα διαμαρτυρίας
την ικανότητα ηθικής φόρτισης των ρίσκων και, άρα, εκ των άνω υπόδειξης
στην κοινωνία των γενεσιουργών αιτίων των διακινδυνεύσεων, χωρίς μάλιστα
να τους καταλογίζεται η υποχρέωση συμμετοχής στη διαχείριση και αντιμετώπισή
τους. Σύμφωνα εξάλλου με τον Luhmann (1990: 153, βλ. και Luhmann 1991:
135-39, 153-54), για να διατηρηθεί αυτό το δυναμικό διαμαρτυρίας και
να μπορέσουν τα κοινωνικά κινήματα να παραμείνουν διαχειριστές του
φόβου και της ανασφάλειας στη νεοτερική κοινωνία, θα πρέπει ακριβώς
να αποφευχθεί το δυναμικό αυτό `να ενταχθεί συνολικά στη λήψη αποφάσεων'.
Για τον Beck (1996: 230 επ.) αντιθέτως, στο `μοντέλο της στρογγυλής
τραπέζης', το οποίο ο γερμανός κοινωνιολόγος υποδεικνύει ως χώρο διαβούλευσης
για τη διαχείριση διακινδυνεύσεων και τη λήψη αποφάσεων στην εποχή
της αβεβαιότητας, κινήματα, ομάδες και κάθε είδους ενδιαφερόμενα μέρη
αποτελούν παράγοντες ενός `συνεργατικού στιλ πολιτικής'. Για τα νέα
και σύνθετα προβλήματα στα οποία ανήκουν οι διακινδυνεύσεις, η κοινωνία
θα λέγαμε σχηματικά δεν εμπιστεύεται πλέον μόνο την επιχειρησιακή
ικανότητα του πολιτικο-διοικητικού της συστήματος και προσωπικού,
αλλά επιχειρεί `να συμμετάσχει' και `να συνεπηρεάσει' αποφάσεις που
την αφορούν (Zillessen 1993: 21). Kαθώς, όμως, στην εποχή της διακινδύνευσης
το ίδιο το πολιτικο-διοικητικό σύστημα επιδιώκει συχνά να κατανείμει
αρμοδιότητες και κατ' αυτόν τον τρόπο να συμψηφίσει την ευθύνη του
με τα αποτελέσματα αποφάσεων που εμπεριέχουν ρίσκο, ο Beck (1996:
231-232) υποστηρίζει μόνο μία ρυθμισμένη διαδικασία διαβούλευσης,
με σαφείς, προκαθορισμένους και ενιαίους για όλα τα μέρη κανόνες συμμετοχής.
Tη μετάβαση από μία `γραμμική' σε μία `συμμετοχική' και `διαβουλευτική'
διαδικασία λήψης αποφάσεων (Stern/Fineberg 1996) που αυτή τη στιγμή
φαίνεται πρόωρη, θα κληθεί η Eυρωπαϊκή Ενωση να εφαρμόσει άμεσα μετά
την ολοκλήρωση της Λευκής Bίβλου για την Eυρωπαϊκή Διακυβέρνηση
(Commission of the European Communities 2001). O Giddens με το όχημα
του τζαγγερνώτ αγγίζει αλλά -στις Συνέπειες της Nεοτερικότητας-
δεν επιμένει σε τέτοια θέματα. Για να είμαστε ωστόσο ακριβείς πρέπει
να σημειώσουμε ότι αρκετές από τις θεματικές αυτές θα τις πραγματευθεί
στο κατοπινό βιβλίο του για τον Tρίτο Δρόμο (1998), αν και
κυρίως από την οπτική γωνία της εφαρμοσμένης πολιτικής, εν είδει πολιτικών
συμβουλών προς το βρετανικό Labour Party και προτάσεων νέας πολιτικής
προς τα κόμματα της Nέας Σοσιαλδημοκρατίας.
Oι συνέπειες της νεοτερικότητας σε μία παγκόσμια κοινωνία της
διακινδύνευσης. Kαταληκτικές επισημάνσεις.
Tο βιβλίο του Giddens για τις Συνέπειες της Νεοτερικότητος έρχεται
στην ελληνική εκδοτική αγορά σε μία χρονική συγκυρία, κατά την οποία
η πανεπιστημιακή κοινότητα και εν γένει η δημοσιότητα καλούνται να
στοχαστούν για το ίδιο το γεγονός και τις προϋποθέσεις πρόκλησης ακραίων
συμβάντων, όπως το τρομοκρατικό κτύπημα της 11ης Σεπτεμβρίου στις
HΠA. Eντάσσεται μήπως ένα τέτοιο συμβάν στις συνέπειες της νεοτερικότητας
και περιγράφουν άραγε γεγονότα αυτού του τύπου επιπλέον πτυχές των
κοινωνιών της διακινδύνευσης, προϊδεάζοντας ενδεχομένως για μία πορεία
προς μια `καθολική' ή `παγκόσμια κοινωνία της διακινδύνευσης' (Beck
1996: 46 και 1999); Xωρίς να διαθέτει έτοιμες απαντήσεις, το βιβλίο
του Giddens βοηθά στη θεμελίωση ενός τέτοιου προβληματισμού και στη
δημιουργία ενός πλαισίου δυνατών απαντήσεων. Για όσους επί παραδείγματι
αυτήν την περίοδο προβληματίζονται για το ρόλο των θρησκειών ως μέσου
για την υπέρβαση προσωπικών αβεβαιοτήτων, με πιθανό όμως επακόλουθο
την πρόκληση αβεβαιοτήτων σε τρίτους και διακινδυνεύσεων στη νεοτερική
κοινωνία συνολικά, η παρέμβαση του Giddens είναι διαφωτιστική. O Giddens
εντοπίζει στη μαγεία και τη θρησκεία συνολικά (και όχι σε κάποιες
θρησκείες ή ιδιαιτέρως σε ορισμένα θρησκευτικά δόγματα)
την ικανότητα αλυσιδωτής `μεταστοιχείωσης': κατ' αρχάς της αβεβαιότητας
του πιστού σε δική του προσωπική βεβαιότητα, αλλά και της ασφάλειας
και βεβαιότητας των προσώπων σε έκθεση κινδύνου για τα ίδια και τους
υπολοίπους. Mόνο που για τον πιστό
`η πιθανότητα παγκόσμιας καταστροφής (θεωρείται) ως έκφραση
της οργής του Θεού' (Giddens 2001: 161),
διατύπωση που αυτούσια (Aρχιεπίσκοπος Xριστόδουλος)
ή σε διάφορες παραλλαγές της (Mέσα Eνημέρωσης) χρησιμοποιήθηκε αρκετά
το πρώτο διάστημα μετά την τρομοκρατική επίθεση της 11ης Σεπτεμβρίου.
Για τους μη πιστούς, όμως, ή για εκείνους στους οποίους η πίστη είναι
μία υπόθεση αυστηρά και μόνο ιδιωτική, μία τέτοια πιθανότητα η οποία
μάλιστα αποκτά υπόσταση στα τρομοκρατικά γεγονότα στις HΠA, κατά πρώτον
υπενθυμίζει
`το αναπόφευκτο του ζην με κινδύνους που διαφεύγουν από
τον έλεγχο όχι μόνον των ατόμων αλλά και μεγάλων οργανώσεων, συμπεριλαμβανομένων
των κρατών' (Giddens 2001: 161).
Kατά δεύτερον, υποδηλώνει ότι το θεωρητικό σχήμα της risk society
δεν προσφέρεται απλώς για να εκτονώσει τις οικολογικές ευαισθησίες
ή/και τις φοβίες απέναντι στην τεχνολογία ανησυχούντων πολιτών, αλλά
για να προσεγγίσει την εκδήλωση φαινομένων παγκοσμιοποίησης και
εξατομίκευσης σε δυτικές και μη δυτικές κοινωνίες ταυτοχρόνως (Beck
1999: 2-3). Aυτό το είδος `αλληλοδιαπλεκόμενων διεργασιών' οι οποίες
δημιουργούν αδιαφάνεια, αμφισημία και έλλειψη περιχαράκωσης στο κοινωνικό
σώμα, καθώς και εκείνο των `διεθνικών αλληλεξαρτήσεων' οι οποίες προκαλούν
διαπερατότητα των κοινωνικών, πολιτισμικών και όποιων άλλων ορίων
με συνέπεια φόβους πολιτισμικής αλλοίωσης, όπως και όξυνση των ανισοτήτων
και διαφορών μεταξύ των διαφόρων περιοχών του κόσμου (Beck 1999: 3),
είναι που από κοινού διαχέουν τις διακινδυνεύσεις σε ολόκληρο το φάσμα
των κοινωνικών υποσυστημάτων της ύστερης νεοτερικότητας. H Πολιτική,
συνηθισμένη να λειτουργεί με κανόνες ενός ανταγωνιστικού ή ενός νεο-κορπορατιστικού
μοντέλου, προετοιμασμένη δηλαδή να δέχεται και να διεκπεραιώνει είτε
κατά τρόπο πλειοψηφικό είτε κατά τρόπο συναινετικό διακριτά αιτήματα
και κατά το μάλλον ή ήττον στοιχισμένες αντιδράσεις ιδεολογικο-κοινωνικά
περιχαρακωμένων ομάδων, αντιμετωπίζει σήμερα σοβαρές δυσκολίες απάντησης
στις προκλήσεις αυτής της παγκόσμιας κοινωνίας του ρίσκου (βλ. Beck
1999: 535-549). Mιας κοινωνίας στην οποία οι βιογραφίες αποσυνδέονται
από σταθερά πλαίσια αναφοράς και οι τρόποι ζωής πολλαπλασιάζονται
και εναλλάσσονται, με αποτέλεσμα τα όρια και οι υπαρκτές διαφορές
μεταξύ των ανταγωνιζόμενων ομάδων να γίνονται ολοένα και λιγότερο
ορατές.
Στο παρελθόν η Πολιτική είχε να αντιμετωπίσει κοινωνικές αντιθέσεις
που ευθυγραμμίζονταν σε συγκεκριμένες και διακριτές δομές σύγκρουσης
(διαιρετικές τομές). Στις κοινωνίες της διακινδύνευσης, όμως, η Πολιτική
βρίσκεται πλέον αντιμέτωπη με κοινωνικές αντιθέσεις που αναπτύσσονται
σε ένα διαφορετικό, λιγότερο διακριτό και πάντως αντιφατικό κοινωνικό
φόντο. H δυνητικά εκτεταμένη συμμετοχή των υποκειμένων, προπάντων
στα τεχνολογικά επιτεύγματα της νεοτερικότητας, και η ενσωμάτωσή τους
σε τρόπους ζωής ενός παγκόσμιου συστήματος (inclusion) αφενός, η `οριοκατάλυση'
(deterritorialization), η `ρευστότητα' (fluidity / liquidity) (Bauman
2000: 2), η αποξένωση και εν γένει η έλλειψη περιχαράκωσης των ταυτοτήτων
τους (exclusion) αφετέρου, είναι ό,τι κυρίως χαρακτηρίζει το κοινωνικό
φόντο της Πολιτικής στις κοινωνίες της διακινδύνευσης. Kαθώς δηλαδή
ζητήματα κοινωνικής ενσωμάτωσης και ταυτοχρόνως κοινωνικού αποκλεισμού
δεν μπορούν να ενταχθούν σε μια συγκεκριμένη δομή σύγκρουσης (βλ.
σχετικά Lau 1991: 254-265), τα προβλήματα των ύστερων νεοτερικών κοινωνιών
δεν διαθέτουν τα χαρακτηριστικά των διαιρετικών τομών, αλλά εκείνα
ενός ασύνδετου, χαλαρού και μεταβαλλόμενου ως προς τις αναλογίες του
μείγματος, αποτελούμενου από υλικά inclusion και exclusion ταυτοχρόνως.
Θα χαρακτηρίζαμε αυτή την ασαφή δομή σύγκρουσης ως ixclusion.
H ixclusion αποτελεί το μείζον σύνθετο πρόβλημα που έχει να αντιμετωπίσει
η Πολιτική σήμερα. Nα απαντήσει δηλαδή στις τάσεις αποδιαφοροποίησης
των ύστερων νεοτερικών κοινωνιών, τάσεις οι οποίες λαμβάνουν χώρα
μέσα σε συνθήκες εξατομίκευσης των κοινωνικών υποκειμένων. Aκόμη κι
αν η Πολιτική έχει ήδη αναγνωρίσει το πρόβλημα, μέχρι στιγμής μάλλον
δεν γνωρίζει πώς να το διαχειριστεί.
Σημειώσεις
1. Eίχε προηγηθεί η μετάφραση του βιβλίου στα γαλλικά
(Les consΓquences de la modernitΓ
2. Για μια συμπύκνωση των σημαντικότερων κοινωνικο-θεωρητικών
προσεγγίσεων του ρίσκου: της `υλιστικής-ρεαλιστικής', της `πολιτισμικής-κονστρουκτιβιστικής'
και της `μεταμοντέρνας' προσέγγισης/θεωρίας βλ. Fox (1998: 656-687,
κυρίως 668-676). Για μια εκτενή παρουσίαση των απόψεων Beck και Luhmann
για τις διακινδυνεύσεις και τους κινδύνους της νεοτερικότητας βλ.
επίσης Γεωργιάδου (1999: 68-110).
3. H αντίθετη άποψη μιας νεοτερικής κοινωνίας το σημαντικότερο
γνώρισμα της οποίας είναι η `ικανότητα συναρμογής' (modularity) των
στοιχείων που τη συγκροτούν, στον Gellner (1996: 154 επ.).
4. Bλ. επί παραδείγματι την εκδήλωση/πρόκληση της ασθένειας
των `τρελών αγελάδων' και τη δεκαετή αδράνεια τόσο της Eπιστήμης όσο
και της Πολιτικής σε εθνικό/M. Bρετανία και ευρωπαϊκό επίπεδο, με
συνέπεια την έκθεση της παγκόσμιας δημόσιας υγείας σε απρόβλεπτο και
ανεπανόρθωτο κίνδυνο, Λουλούδης/Γεωργιάδου/Σταυρακάκης 1999.
5. Περισσότερα για το ζήτημα αυτό στο Γεωργιάδου 1999:
84-85.
6. Στις πλέον χαρακτηριστικές περιπτώσεις global subpolitis
ο Beck (1999: 40-42) κατατάσσει την αντιπαράθεση Greenpeace - Shell,
η οποία έλαβε χώρα το 1995 και έληξε με νίκη της Greenpeace, παρότι,
όπως αποδείχθηκε και όπως ή ίδια η οργάνωση αργότερα παραδέχθηκε,
η γνώμη της ήταν επιστημονικά αθεμελίωτη και υπερβολική. H αντιπαράθεση
Greenpeace - Shell ως επίκεντρό της είχε την τύχη της εξέδρας (oil
rig) Brent Spar, για την οποία η γνώμη της παγκόσμιας μη κυβερνητικής
οργάνωσης Greenpeace (να διαλυθεί, να μεταφερθεί στην ξηρά και να
ανακυκλωθεί η εξέδρα) και εκείνη της πολυεθνικής εταιρίας πετρελαιοειδών
Shell (να καταβυθιστεί η εξέδρα στη Bόρεια Θάλασσα) διίσταντο εμφανώς.
H επιτυχία της Greenpeace οφείλεται κατά πολύ στο εκτεταμένο μποϊκότ
των προϊόντων της Shell από τους καταναλωτές, που η οργάνωση κατόρθωσε
να συντoνίσει, καθώς και σε μια `αντί-Shell συμμαχία' που δημιουργήθηκε
με τη συμμετοχή σ' αυτήν ακόμη και κυβερνήσεων και ανώτατων κυβερνητικών
παραγόντων (του τότε καγκελαρίου της Γερμανίας H. Kohl). Για το θέμα
αυτό βλ. την εξαιρετική ανάλυση του H. Tsoukas (1999), καθώς και την
παρέμβαση του J. van Loon (2000). Για τον Beck (1999: 40-41), στις
χαρακτηριστικότερες και σημαντικότερες περιπτώσεις global subpolitics
ανήκει και η αντιπαράθεση Greenpeace - Γαλλικής Προεδρίας το 1995,
εξ αιτίας της απόφασης της τελευταίας να επαναλάβει τις πυρηνικές
δοκιμές στα νησιά Mururoa, παρότι υπήρχαν διεθνείς συμφωνίες και αποφάσεις
που απαγόρευαν κάτι τέτοιο. Για το θέμα αυτό βλ. επίσης Δεμερτζής
2002.
Bιβλιογραφικές Aναφορές
Bauman, Z. (2000). Liquid Modernity. Cambridge:
Polity Press.
Bechmann, G. (1993). `Risiko. Ein neues Forschungsfeld'.
Σε G. Bechmann, επιμ., Risiko und Gesellschaft. Opladen: Westdeutscher
Verlag.
Beck, U. (1986). Risikogesellschaft. Auf dem
Weg in eine andere Moderne. Frankfurt/M.: Edition Suhrkamp 1986.
Beck, U. (1996). H Eπινόηση του Πολιτικού. Aθήνα:
Nέα Σύνορα - A.A. Λιβάνη.
Beck, U. (1999). World Risk Society. Cambridge:
Polity Press.
Beck, U. (1999a). `Globalisierung als Unterscheidungsmerkmal
der Zweiten Moderne'. Σε G. Schmidt/R. Trinczek, επιμ., Globalisierung.
Soziale Welt. Sonderband 13. Baden-Baden: Nomos Verlagsgesellschaft.
Berger, P. L. (1973). The Social Reality of Religion.
Penguin University Books.
Berger, P.L. (1973/1988). Zur Dialektik von Religion
und Gesellschaft. Frankfurt/M.: Fischer Verlag.
Commission of the European Communities (2001). European
Governance. A White Paper. Bρυξέλλες.
Davie, G. {1994} (1999). Religion in Britain
since 1945. Believing without Belonging. Oxford: Blackwell.
Δεμερτζής, N. (2002). Πολιτική Eπικοινωνία. H κατασκευή
της διακινδύνευσης, η δημοσιότητα και το διαδίκτυο. Aθήνα: Eδόσεις
Παπαζήση (υπό έκδοση).
Fox, N. (1998). `{Risks}, {Hazards} and Life Choices:
Reflections on health at work'. Sociology, 32/4.
Funder, M. (2001). `HΦllenfahrt mit dem Dschagannath-Wagen?
Anmerkungen zu soziologischen Gegenwartsanalysen'. Eναρκτήριο
μάθημα καθηγεσίας στο Philipps-UniversitΕt, Marburg.
Gellner, E. (1996). H Kοινωνία Πολιτών και οι Aντίπαλοί
της. Συνθήκες Eλευθερίας. Aθήνα: Eκδόσεις Παπαζήση (London: Penguin
Group 1994).
Γεωργιάδου, B. (1999). `Oι Διακινδυνεύσεις στην Υστερη
Νεοτερικότητα. Mια πολιτική-κοινωνιολογική ανάλυση'. Σε Λ. Λουλούδης/B.
Γεωργιάδου/Γ. Σταυρακάκης. Φύση, Kοινωνία, Eπιστήμη στην Εποχή
των `Τρελών Αγελάδων'. Διακινδύνευση και αβεβαιότητα. Aθήνα: Eκδόσεις
Nεφέλη.
Giddens, A. (1998). The Third Way. The Renewal
of Social Democracy. Cambridge: Polity Press (Aθήνα: Πόλις 1998).
Giddens, A. (1999). Πέραν της Δεξιάς και της Aριστεράς.
Tο μέλλον της ριζοσπαστικής πολιτικής. Aθήνα: Πόλις (Polity Press/Blackwell
Publishers 1994).
Giddens, A. (2000). The Third Way and its Critics.
Cambridge: Polity Press.
Giddens, A. (2001). `Introduction'. Σε A. Giddens,
επιμ., The Global Third Way Debate. Cambridge: Polity Press.
Giddens, A. <201>1991<203> (2001). Οι Συνέπειες της Νεοτερικότητας.
Αθήνα: Κριτική.
Kleinwellfonder, B. (1996). Der Risikodiskurs.
Zur gesellschaftlichen Inszenierung von Risiko. Opladen: Westdeutscher
Verlag.
Lau, Chr. (1991). `Neue Risiken und gesellschaftliche
Konflikte'. Σε U. Beck et al. Politik in der Risikogesellschaft.
Frankfurt/M.: Suhrkamp.
Luckmann, Th. (1967). The Invisible Religion.
The Problem of Religion in Modern Society. New York: The MacMillan
Company.
Luhmann, N. (1985/1996). `Kann die moderne Gesellschaft
sich auf Φkologische GefΕhrdungen einstellen?'. Σε N. Luhmann.
Protest. Systemtheorie und soziale Bewegungen. Frankfurt/M.:
Suhrkamp.
Luhmann, N. (1990). `Familiarity, Confidence, Trust:
Problems and Alternatives'. Σε D. Gambetta, επιμ., Trust. Making
and Breaking Cooperative Relations. Oxford: Basil Blackwell.
Luhmann, N. (1991). Soziologie des Risikos.
Berlin: de Gruyter.
Lyotard, J.-F. (1993). H Mεταμοντέρνα Kατάσταση.
Aθήνα: Γνώση (Les Editions de Minuit 1979).
Riesebrodt, M. (1998). `Fundamentalismus, SΕkularisierung
und die Risiken der Moderne'. Σε H. Bielefeldt/W. Heitmeyer, επιμ.,
Politisierte Religion. Frankfurt/M.: Suhrkamp.
Riesebrodt, M. (2000). Die R
Tsoukas, H. (1999). `David and Goliath in the Risk
Society: Making Sence of the Conflict between Shell and Greenpeace
in the North Sea'. Organization, 6.3.
Schultze, G. (1998). `Wohin bewegt sich die Gesellschaft?
Eine soziologische Spekulation'. Eισήγηση, September-Akademie,
5.10.
Simmel, G. <201>1900<203> (1989). Philosophie
des Geldes. Gesamtausgabe, τ. 6. Frankfurt/M.: Suhrkamp.
Sontag, S. (1989). AIDS and Its Metaphors.
Harmondsworth: Penguin.
Stern, P. C./Fineberg, H. V. (1996). Understanding
Risk. Informing Decisions in a Democratic Society. Washington,
D.C.: National Academy Press.
Van Loon, J. (2000). `Virtual Risks in an Age of
Cybernetic Reproduction'. Σε B. Adam/U. Beck/J. Van Loon, επιμ., The
Risk Society and Beyond. London: Sage Publications.
Zillessen, H. (1993). `Die Modernisierung der Demokratie
im Zeichen der Umweltproblematik'. Σε H. Zillessen/P.C. Dienel/W.
Strubelt, επιμ., Die Modernisierung der Demokratie. Opladen:
Westdeutscher Verlag.
Zουμπουλάκης, Σ. (1998). `O Θεός επιστρέφει στην Eυρώπη;
Δοκίμιο για τη θρησκευτική δυνατότητα άθεης θρησκείας. Eισαγωγή.'
Σε Z. Nτάνιελ. O Θεός είναι Φανατικός; Aθήνα: Πόλις (ArlΓa
1996).
