' GREEK AS A FOREIGN LANGUAGE - STUDY 4  

Κεντρική Σελίδα

Πληροφορίες  Βοήθεια  Αφίσα  English Summary  Media.UoA Central


ΜΕΛΕΤΕΣ [ Πληροφορίες ] [ Συντελεστές ] [ Πρώτη Σελίδα ]

Γλωσσική διδασκαλία και σύσταση των κειμένων

Αργύρης Αρχάκης - Τμήμα Φιλολογίας Πανεπιστήμιο Πατρών

Σημείο εκκίνησης της παρούσας μελέτης είναι η διαπίστωση ότι δεσπόζουσα θέση στη διδασκαλία του γλωσσικού μαθήματος στο γυμνάσιο κατέχει η πρόταση και ο ορθός σχηματισμός της. Παρόλο που οι συγγραφείς των γλωσσικών εγχειριδίων που φέρουν τον τίτλο Νεοελληνική Γλώσσα τοποθετούνται υπέρ μιας λειτουργικής, επικοινωνιακής προσέγγισης, κάτι τέτοιο δεν είναι πάντα ευδιάκριτο στις ασκήσεις παραγωγής λόγου που περιέχονται στα βιβλία από το σχηματισμό της πρότασης έως τη συγκρότηση του κειμένου με επικοινωνιακό στόχο παρατηρείται ένα αξιοσημείωτο χάσμα.
Δεδομένου ότι η γλώσσα χρησιμοποιείται πάντα σε σχέση με ένα επικοινωνιακό πλαίσιο και πάντα ως κείμενο, στη μελέτη αυτή υποστηρίζουμε την ένταξη του γλωσσικού μαθήματος σε ένα επικοινωνιακό-λειτουργικό πλαίσιο εμπλουτισμένο με πορίσματα από τη συζήτηση για το γραμματισμό. Επισημαίνουμε ωστόσο ότι η επικοινωνιακή προσέγγιση πρέπει να κάνει ένα περισσότερο κειμενοκεντρικό βήμα και να προσδιορίσει σαφέστερα τους παράγοντες βάσει των οποίων δυναμικά και σε αλληλεπίδραση με τα συμφραζόμενα οικοδομείται ένα κείμενο.
Ειδικότερα, αφού εξετάσουμε τους λόγους για τους οποίους ένα κείμενο δεν μπορεί να είναι το αποτέλεσμα μιας ακολουθίας προτάσεων, καταλήγουμε στο ότι το κείμενο (είτε προφορικό είτε γραπτό) αποτελεί μια ενότητα λόγου με λειτουργικό χαρακτήρα. Αφού αναλύσουμε τις διαφορές μεταξύ του προφορικού και του γραπτού λόγου, συζητούμε εκτενώς ορισμένες από τις πτυχές των παραγόντων εκείνων με τους οποίους επιτυγχάνεται η κειμενικότητα, η σύσταση ενός (γραπτού ή προφορικού) κειμένου, βασιζόμενοι κυρίως στην προσέγγιση των Beaugrande και Dressler (1981) και αξιοποιώντας παράλληλα σύγχρονες προσεγγίσεις της ανάλυσης του λόγου και της κοινωνιογλωσσολογίας. Η συζήτηση αυτή θεωρούμε ότι μπορεί να συμβάλει στο να συνειδητοποιήσουν οι εκπαιδευτικοί και, μέσω αυτών, οι εκπαιδευόμενοι ότι το κείμενο δεν είναι μια γραμμική ακολουθία προτάσεων, αλλά έχει τη δική του πολυεπίπεδη οργάνωση.
Συζητώντας τους παράγοντες κειμενικότητας, η προσοχή μας εστιάζεται στη συνοχή (στη σύνδεση η οποία προκύπτει όταν η ερμηνεία ενός κειμενικού στοιχείου εξαρτάται από κάποιο ή κάποια άλλα στοιχεία), στην πληροφορητικότητα (στην ανάγκη ισόρροπης αναλογίας μεταξύ γνωστών και νέων πληροφοριών), στη συνεκτικότητα (στη σύνδεση η οποία επιτυγχάνεται βάσει της εξωκειμενικής γνώσης του αποδέκτη), στην προθετικότητα (στην ανάγκη ύπαρξης συνειδητής πρόθεσης από την πλευρά του ομιλητή για επίτευξη συγκεκριμένων στόχων μέσω της παραγωγής του κειμένου του), στη διακειμενικότητα (στη συσχέτιση ενός κειμένου με άλλα ομοειδή), στην περιστασιακότητα (στην ανάγκη προσαρμογής ενός κειμένου στην εξωκειμενική περίσταση επικοινωνίας) και στην αποδεκτότητα (στην αναγκαιότητα αναγνώρισης από τη μεριά του αποδέκτη κάποιων από τους παραπάνω παράγοντες κειμενικότητας). Αναλύοντας τον παράγοντα της διακειμενικότητας, αναφερόμαστε σε γενικά χαρακτηριστικά αντιπροσωπευτικών ειδών κειμένου, όπως αφηγηματικών, περιγραφικών, επιχειρηματολογικών και λογοτεχνικών.
Ο τελικός στόχος αυτής της μελέτης, ο οποίος υποστηρίζεται από όλη την προηγούμενη συζήτηση, είναι η πρόταση μιας κειμενοκεντρικής γλωσσικής διδασκαλίας κατά την οποία θα αξιοποιούνται οι κειμενογλωσσολογικές έννοιες στην εκπαιδευτική πρακτική. Αναφερόμαστε στις αρχές και στις παραδοχές ενός κειμενοκεντρικού πλαισίου γλωσσικής διδασκαλίας που θα εισάγει συστηματικά τους μαθητές στους μηχανισμούς τόσο του προφορικού όσο και του γραπτού λόγου. Δεδομένου ότι ένα πρόγραμμα κειμενικής διδασκαλίας πρέπει να λαμβάνει συστηματικά υπόψη του τα κοινωνικοπολιτισμικά χαρακτηριστικά των μαθητών στους οποίους απευθύνεται, γίνεται ειδική συζήτηση για τις ιδιαιτερότητες που παρουσιάζει η γλωσσική και κειμενική διδασκαλία σε αλλόγλωσσους μειονοτικούς μαθητές. Επιπλέον προτείνουμε ενδεικτικά υποδείγματα ασκήσεων αξιοποίησης και εμπέδωσης των κειμενογλωσσικών μηχανισμών, ώστε ο εκπαιδευτικός να αντιληφθεί με σαφήνεια το πέρασμα από τη θεωρία στην πράξη. Τέλος, αναλύουμε γραπτά κείμενα μαθητών (μητροδίδακτωνκαι αλλόγλωσσων), αναδεικνύοντας τη συμβολή των κειμενογλωσσολογικών εννοιών στη διάγνωση και αξιολόγηση των προβλημάτων που τα κείμενα αυτά παρουσιάζουν. Η χρησιμοποίηση των συγκεκριμένων εννοιών μπορεί να βοηθήσει τον εκπαιδευτικό να κατανοεί και να κρίνει αποτελεσματικότερα τα μαθητικά κείμενα και να εντοπίζει με ακρίβεια τα σημεία που πρέπει να επεξεργαστεί με τους μαθητές, δεδομένου ότι πολλά από τα προβλήματα των μαθητικών γραπτών, όπως προκύπτει από την ανάλυσή τους, δεν οφείλονται στην άγνοια ενδοπροτασιακών γραμματικών δομών, αλλά στην αδυναμία αποτελεσματικής διαχείρισης των συμβάσεων του γραπτού κειμένου και των κειμενικών του δομών, κυρίως λόγω της επίδρασης της προφορικής επικοινωνίας στο γραπτό κείμενο.
Η αξιοποίηση των κειμενογλωσσολογικών εννοιών θεωρούμε ότι έχει σημαντική θέση στο πλαίσιο ενός προγράμματος γλωσσικής διδασκαλίας, είτε αυτό αφορά μητροδίδακτους είτε αλλόγλωσσους μειονοτικούς μαθητές σε πολυπολιτισμικές και πολυγλωσσικές κοινότητες, όπου βεβαίως απαιτείται να ληφθούν υπόψη οι ιδιαιτερότητες των επικοινωνιακών συνθηκών και αναγκών.


Για κωδικό πρόσβασης αποταθείτε στον υπεύθυνο της δράσης Σπύρο Α. Μοσχονά.

Κωδικός Πρόσβασης (Password)


ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ