Home 

ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ | ΤΕΥΧΟΣ 3ο



ΠΡΟΛΟΓΟΣ (των επιμελητών του αφιερώματος)

Μέσα σε μια δεκαετία το σύνολο του πολιτικού κόσμου στην Ελλάδα έχει αναγάγει τα μέσα επικοινωνίας, και ιδιαίτερα την τηλεόραση, σε σημείο αναφοράς όλων των δράσεων, κινήσεων και σχεδιασμών του όσον αφορά στη δημόσια επικοινωνία του. Γι’ αυτό και δεν είναι συμπτωματικό ότι στις μέρες μας τα πολιτικά κόμματα επιζητούν τις συμβουλές των ειδικών, αποσκοπώντας να βρουν με ποιο τρόπο να διασφαλίσουν την προσοχή των δημοσιογράφων και την ευνοϊκή στάση τους, καθώς και πώς να χειριστούν αποδοτικά τη διαμεσολαβημένη από τα μέσα επικοινωνίας εικόνα τους στην κοινή γνώμη.
Ωστόσο αυτό που τελικά πραγματοποιείται είναι η προσαρμογή του πολιτικού λόγου στη λογική των μέσων. Ο σύγχρονος διαμεσολαβημένος, στις περισσότερες περιπτώσεις, τηλεοπτικός πολιτικός λόγος «πρέπει» να ακολουθεί τη «γραμματική» του μέσου που χρησιμοποιεί, να είναι ανάλογα σύντομος, απλός, προσωπικός, συγκεκριμένος, ευρηματικός, σαγηνευτικός κ.ο.κ. Παράλληλα η πολιτική διαφήμιση τείνει να καταστεί η κυρίαρχη μορφή πολιτικής επικοινωνίας.
Στη χώρα μας οι πολιτικοί, οι οποίοι καλούνται εκ των πραγμάτων να αντιμετωπίσουν ένα πλήθος φορέων και μέσων που δραστηριοποιούνται στο πεδίο της μαζικής επικοινωνίας, δείχνουν να επιδιώκουν εναγωνίως την προβολή τους, ιδίως διαμέσου των τηλεοπτικών καναλιών, θεωρώντας προφανώς ότι με τον τρόπο αυτόν επαυξάνουν το κύρος, τη δημοτικότητα και την πολιτική τους ορατότητα. Με γνώμονα τις αντιλήψεις αυτές, τα κόμματα και οι πολιτικοί προσπαθούν, μέσα στο πλαίσιο του νέου επικοινωνιακού περιβάλλοντος, να προσαρμόσουν τις τακτικές τους, με αποτέλεσμα να αλλάζουν οι στόχοι και οι προτεραιότητές τους.
Από την άλλη πλευρά, η μεταβολή της στάσης του πολιτικού κόσμου προκαλεί σύγχυση, καθώς υποκατέστησε τον πολιτικό λόγο και την πολιτική δράση με τις εικόνες και τις εντυπώσεις που απορρέουν από τα μέσα επικοινωνίας. Κατά την τελευταία δεκαετία οι πολιτικοί, όχι μόνο στην Ελλάδα, καταβάλλουν αγωνιώδεις προσπάθειες να «διακοινωνήσουν» τη δράση και τα έργα τους στην κοινή γνώμη. Για να το επιτύχουν αυτό, δαπανούν συχνά μεγάλο μέρος του χρόνου τους ώστε να καλλιεργήσουν και να προβάλουν την εικόνα τους. Αυτό όμως οδηγεί σταδιακά σε αναπόφευκτες συνέπειες:
Πρώτον, καθώς τα κόμματα έχουν χάσει την παραδοσιακή επαφή με τους πολίτες-ψηφοφόρους, οι πολιτικοί στρέφονται αναγκαστικά προς έναν ατέρμονο «επικοινωνισμό». Με άλλα λόγια, οι περισσότεροι θεωρούν ότι με το να έχουν μια «έξυπνη» επικοινωνιακή στρατηγική θα προσελκύσουν τους πολίτες, οι οποίοι παραμένουν κατά κανόνα αδιάφοροι. Αποτέλεσμα αυτής της εμμονής είναι, σε περίπτωση αποτυχίας, να επιρρίπτουν την αποτυχία στις μεθόδους ή/και στα μέσα επικοινωνίας, καθώς και σε όσους ασχολούνται σοβαρά με το πεδίο της επικοινωνίας και όχι σε τυχόν λάθη του πολιτικού τους προγράμματος. Βεβαίως, η εστίαση στον «επικοινωνισμό», που συνδέεται με την ανάγκη των κομμάτων, των κυβερνήσεων ή των πολιτικών να διατηρήσουν την υποστήριξη ή την ανοχή του κοινού, τους οδηγεί σε ένα είδος συνεχούς προεκλογικής καμπάνιας, καθηλώνοντάς τους στην ολοένα και μεγαλύτερη ανάγκη για προβολή.
Δεύτερον, οι κυβερνήσεις καθίστανται όλο και πιο ορατές στο κοινό, λόγω της έντονης τηλεοπτικής κάλυψης και των συχνά αφόρητων πιέσεων για γρήγορες αντιδράσεις και απαντήσεις. Η πιθανή αποτυχία των κυβερνώντων να παρέχουν γρήγορες λύσεις ή να εμφανίζονται δραστήριοι μπορεί να προκαλέσει την έλλειψη υποστήριξης ή και δυσφορία από ένα ανικανοποίητο κοινό, αποξενωμένο από τα πολιτικά κόμματα.
Τρίτον, για να διατηρούνται «ζωντανοί» ο πολιτικός διάλογος και οι κομματικές αντιπαραθέσεις, συντηρείται ένας διαρκής αρνητισμός που εντέλει κουράζει τους πολίτες και τους αποστρέφει από την πολιτική ενημέρωση. Συνεπώς, αντί να ενθαρρύνεται το πολιτικό ενδιαφέρον και η εμπλοκή των πολιτών στα κοινά, εντείνονται η αποξένωση και ο πολιτικός κυνισμός.
Από την άλλη πλευρά, όταν εξετάζει κανείς το πεδίο μελέτης του φαινομένου της πολιτικής επικοινωνίας στη χώρα μας, θα συμφωνήσει με τις παρατηρήσεις του Νίκου Δεμερτζή στην επισκόπησή του για τη μελέτη της πολιτικής επικοινωνίας στην Ελλάδα, ο οποίος επισημαίνει ότι (α) ο αριθμός των μέχρι τώρα μελετών στο αντικείμενο της πολιτικής επικοινωνίας είναι περιορισμένος, (β) οι ποσοτικές έρευνες υπερέχουν των ποιοτικών, και ότι (γ) «κατά σειρά προτεραιότητας, οι ευρείες ερευνητικές περιοχές που καλύπτονται είναι: (i) πολιτικές στάσεις και αντιλήψεις, πολιτική κουλτούρα και ΜΜΕ, (ii) ανάλυση της πολιτικής ειδησεογραφίας-ανάλυση Τύπου, (iii) θεσμοί, πολιτικό σύστημα και μέσα ενημέρωσης, (iv) εκλογική συμπεριφορά και ΜΜΕ» (Δεμερτζής, 2002: 32).
Tα τελευταία χρόνια σημαντική ανάπτυξη έχουν σημειώσει οι πολιτικές δημοσκοπήσεις κυρίως για την ανίχνευση της πρόθεσης της πολιτικής ψήφου, αλλά και για κάθε μείζον ή έλασσον πολιτικό ζήτημα της επικαιρότητας, το οποίο, κατά την κρίση των ΜΜΕ, μπορεί να αυξήσει την τηλεθέαση, αναγνωσιμότητα ή ακροαματικότητα. Με τον τρόπο αυτό ανατροφοδοτούνται οι πολιτικές συζητήσεις με θέματα και αναζωπυρώνεται διαρκώς ένα κλίμα προεκλογικής αναμέτρησης. Eπίσης, η χρήση πρωτογενών στοιχείων από τις δημοσκοπήσεις αναφορικά με τις στάσεις και αντιλήψεις της κοινής γνώμης έχουν αναγάγει τους δημοσιογράφους και πολιτικούς σε αναλυτές «μίας χρήσεως» των τάσεων ολόκληρης της ελληνικής κοινωνίας. Είναι προφανές ότι οι αναλύσεις αυτές οδηγούν συχνά σε επιφανειακά συμπεράσματα τα οποία δεν εξετάζουν τις ποικίλες και ενδεχομένως αντιφατικές εκφάνσεις των ραγδαίων κοινωνικών μεταβολών στη χώρα μας και πιθανώς δημιουργούν λανθασμένες εντυπώσεις, ωστόσο προσφέρονται για ατέρμονες τηλεοπτικές αντιπαραθέσεις.
Το παρόν τεύχος αποτελεί μια προσπάθεια εμπλουτισμού της εγχώριας σχετικής βιβλιογραφίας με πρωτότυπες ποσοτικές και ποιοτικές αναλύσεις που βασίζονται σε πρωτογενείς έρευνες και χαρτογραφούν επιμέρους πεδία της πολιτικής επικοινωνίας.
Ο Ralph Negrine αναφέρεται στην προεκλογική εκστρατεία των εκλογών του 2005 στη Βρετανία και δίνει έμφαση σε εκείνες τις πτυχές της που ενδιαφέρουν τους μελετητές των εκλογών, των μέσων επικοινωνίας και των σχέσεων ανάμεσα στην πολιτική και στα μέσα ενημέρωσης. Εστιάζει στο επιχειρησιακό πλαίσιο της προεκλογικής εκστρατείας του 2005, καθώς και στις νέες εξελίξεις που ανεφύησαν σε σχέση με προηγούμενες εκλογικές αναμετρήσεις. Επίσης, αποπειράται να καταγράψει μερικά «μαθήματα» που θα μπορούσαν να έχουν ευρύτερη σημασία για τη μελέτη της οργάνωσης των προεκλογικών αναμετρήσεων και συνακόλουθα της πολιτικής επικοινωνίας.
Ο Paolo Mancini επικεντρώνει την έρευνά του στον τρόπο με τον οποίο ο ιταλικός Τύπος καλύπτει τις εργασίες του Κοινοβουλίου και μέσα από τη μελέτη του Τύπου καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι ειδήσεις που αναφέρονται στο ιταλικό Κοινοβούλιο έχουν μειωθεί κατά την τελευταία δεκαετία, ενώ υπολείπονται σαφώς των άλλων πολιτικών ειδήσεων. Στο άρθρο αναλύονται επίσης ο τρόπος με τον οποίο οι κοινοβουλευτικές ειδήσεις έχουν εξελιχθεί κατά τις δύο τελευταίες δεκαετίες.
Οι Νίκος Δεμερτζής, Τερέζα Καπέλου και Παναγιώτης Τσιλιγιάννης εξετάζουν τη συχνότητα, το περιεχόμενο και τον τρόπο παρουσίασης των κοινοβουλευτικών ειδήσεων στα βραδινά δελτία ειδήσεων των ελληνικών τηλεοπτικών σταθμών (δημόσιων και ιδιωτικών). Με βάση την έρευνά τους καταλήγουν κι αυτοί στο συμπέρασμα ότι οι κοινοβουλευτικές ειδήσεις, παρά τις επιμέρους διαφορές των σταθμών, καταλαμβάνουν μικρό μόνο μέρος της τηλεοπτικής πολιτικής ειδησεογραφίας, ωστόσο, όταν μεταδίδονται, προβάλλονται σε θέσεις υψηλής προτεραιότητας στη θεματολογία των τηλεοπτικών δελτίων. Αναφορικά με τον τύπο των κοινοβουλευτικών ειδήσεων, οι συνεντεύξεις βουλευτών στο περιστύλιο της Βουλής για θέματα πολιτικής επικαιρότητας καλύπτονται περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο ζήτημα κοινοβουλευτικού ενδιαφέροντος. Ως προς τη δομή των τηλεοπτικών κοινοβουλευτικών ειδήσεων και, συγκεκριμένα, τον τρόπο πλαισίωσης και το βαθμό θεαματοποίησής τους, κυριαρχεί η προσωποκεντρική και δραματοποιημένη αφηγηματική δομή έναντι της θεματικής.
Οι Αθανάσιος Ν. Σαμαράς και Στέλιος Παπαθανασόπουλος στην έρευνά τους μελετούν τις αναπαραστάσεις της πολιτικής έτσι όπως διαμορφώθηκε στις πολιτικές συζητήσεις στα «παράθυρα» των τηλεοπτικών δελτίων ειδήσεων κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου του 2004. Στη συγκρότηση αυτών των αναπαραστάσεων συμπράττουν πολιτικοί και δημοσιογράφοι, ενώ το μεγαλύτερο μέρος των δηλώσεων εκφέρεται από υποψήφιους βουλευτές. Καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι όσον αφορά στη θεματική των δηλώσεων κυριαρχούν ζητήματα που αποσκοπούν περισσότερο στην προβολή της εικόνας του υποψήφιου βουλευτή-πολιτικού σε σχέση με αυτά της πολιτικής. Καταγράφουν υψηλά ποσοστά δηλώσεων που εμπεριέχουν επίθεση, διακρίνεται έντονο κομματικά εστιασμένο περιεχόμενο και καταγράφεται σημαντική διαφοροποίηση ανάμεσα σε πολιτικούς και δημοσιογράφους, σε πολιτικούς των κομμάτων εξουσίας και των μικρότερων κομμάτων, καθώς και σε πολιτικούς της Νέας Δημοκρατίας και του ΠΑΣΟΚ.
Η Σοφία Καϊτατζή-Γουίτλοκ εξετάζει τα δομικά πλαίσια για τη διεξαγωγή του δημόσιου πολιτικού διαλόγου με την ενεργό συμμετοχή των πολιτών. Χαρτογραφεί τις μορφές δημόσιας έκφρασης που επιτρέπουν οι πολιτικές εφημερίδες εθνικής εμβέλειας στους πολίτες μέσα από τις στήλες επιστολών των αναγνωστών. Ανιχνεύει τις διαρκείς προϋποθέσεις για ανάπτυξη του διαλόγου, δηλαδή τις ατομικές και συλλογικές ικανότητες και την καλλιέργεια ανάλογων δεξιοτήτων μέσω της παιδείας και της πολιτικής κοινωνικοποίησης. Το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει είναι ότι η προώθηση του κοινωνικού διαλόγου μέσα από τον Τύπο δεν αποτελεί μια διαδεδομένη πρακτική για τις περισσότερες εφημερίδες εθνικής εμβέλειας, γεγονός το οποίο αποστερεί από τους αναγνώστες τη δυνατότητα διαλογικής ανάδρασης, με συνέπειες την υποβάθμιση του δημόσιου διαλόγου, την απαξίωση των πολιτών και τη στρέβλωση της πολιτικής πραγματικότητας.
Ο Γιώργος Πλειός στο κείμενό του παρουσιάζει τα αποτελέσματα δειγματοληπτικής έρευνας περιεχομένου και ανάλυσης λόγου των πολιτικών ειδήσεων των οκτώ μεγαλύτερων σε ποσοστά τηλεθέασης ελληνικών τηλεοπτικών σταθμών. Στη θεματολογία των ειδήσεων καταγράφεται σχετικό προβάδισμα των πολιτικών ειδήσεων και ακολουθούν τα θέματα ανθρώπινου ενδιαφέροντος, κοινωνικής προστασίας, εγκληματικότητας κ.ά. Σύμφωνα με το συγγραφέα, η διάρθρωση αυτή των ειδήσεων αποτελεί ισχυρή ένδειξη δραματοποίησης των τηλεοπτικών ειδήσεων συνολικά. Ως κύρια πηγή των πολιτικών ειδήσεων αναδεικνύονται σε μεγάλο βαθμό οι ρεπόρτερ, γεγονός που οφείλεται στη μεγάλη γεωγραφική συγκέντρωση των πολιτικών ειδήσεων και στην απουσία της ερευνητικής δημοσιογραφίας.
Οι Πρόδρομος Γιαννάς και Γεώργιος Λάππας μελετούν τη χρήση του διαδικτύου στις εκλογές της Τοπικής Αυτοδιοίκησης του 2002. Η γεωγραφική κατανομή των υποψηφίων δείχνει ότι το διαδίκτυο χρησιμοποιήθηκε περισσότερο από τους υποψήφιους στην Αττική. Τα αποτελέσματα της έρευνάς τους επιβεβαιώνουν την περιορισμένη χρήση του διαδικτύου ως επικοινωνιακού μέσου από τους αντιπάλους των πολιτικών αναμετρήσεων. Η κατηγορία πολιτικών που φαίνεται να αξιοποιεί περισσότερο από τους υπόλοιπους τη χρήση αυτού του μέσου είναι οι ανεξάρτητοι υποψήφιοι στην Αττική.
Όπως πάντα, στις Σελίδες Ενημέρωσης αναφέρονται συνοπτικά οι επιστημονικές δραστηριότητες στο ευρύτερο πεδίο της επικοινωνίας. Ειδικότερα στο παρόν τεύχος παρουσιάζονται οι εργασίες από τρία συνέδρια τα οποία ήταν αφιερωμένα σε διαφορετικές θεματικές αναφορικά με την επικοινωνία. Είναι προφανές ότι μετά από σχεδόν δεκαπέντε χρόνια από την ίδρυση πανεπιστημιακών Τμημάτων Επικοινωνίας στη χώρα μας και σχεδόν ισάριθμα χρόνια (λίγο περισσότερα χρόνια) από την αποδέσμευση του ραδιοτηλεοπτικού πεδίου από το κρατικό μονοπώλιο, οι επιστημονικές δραστηριότητες πληθαίνουν τόσο σε σχέση με τις εξεταζόμενες θεματικές όσο και σε συνάρτηση με τις διεθνείς εξελίξεις του πεδίου. Τα Ζητήματα Επικοινωνίας, όπως πάντα, αποτελούν ένα ανοιχτό βήμα ενημέρωσης και διαλόγου.

ΡΟΗ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΥ
ΣΤΕΛΙΟΣ ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΣ


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙKΗ ANAΦOPΑ

Δεμερτζής, Ν. (2002). «Εισαγωγή σε ένα νέο ερευνητικό πεδίο: Η πολιτική επικοινωνία στην Ελλάδα», σ. 15-36. Στο Ν. Δεμερτζής (επιμ.), Η πολιτική επικοινωνία στην Ελλάδα σήμερα. Αθήνα: Παπαζήσης.

 

Όψεις της Πολιτικής Επικοινωνίας [.pdf] (Πρόλογος των Επιμελητών της Έκδοσης)

Σκέψεις για τις εθνικές εκλογές του 2005 στη Βρετανία Ralph Negrine

Πολιτική και Kοινοβούλιο στον ιταλικό Τύπο Paolo Mancini

Οι κοινοβουλευτικές ειδήσεις στην ελληνική τηλεόραση Νίκος Δεμερτζής, Τερέζα Καπέλου, Παναγιώτης Τσιλιγιάννης

Η πολιτική στα «παράθυρα» των τηλεοπτικών δελτίων ειδήσεων Αθανάσιος Ν. Σαμαράς, Στέλιος Παπαθανασόπουλος

Δημόσιος διάλογος, πολίτες και ΜΜΕ: η ελευθερία της έκφρασης στις ελληνικές εφημερίδες Σοφία Καϊτατζή-Γουίτλοκ

EMME
(Έρευνες και Mελέτες στα M.M.E.)

Περιεχόμενο και ποιότητα της τηλεοπτικής ενημέρωσης: η πολιτική θεματολογία Γιώργος Πλειός

Διαδικτυακοί υποψήφιοι στις νομαρχιακές και δημοτικές εκλογές του 2002 Πρόδρομος Γιαννάς, Γεώργιος Λάππας

Βιβλιοκρισίες
Σελίδες ενημέρωσης
Βιογραφικά σημειώματα συγγραφέων
Περιλήψεις στα αγγλικά, abstracts

Πληροφορίες για την υποβολή εργασιών