Home 

ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ | ΤΕΥΧΟΣ 10ο



Πρόλογος των επιμελητών του αφιερώματος

Καθώς το ελληνικό πεδίο των μέσων μαζικής επικοινωνίας και ενημέρωσης έχει ολοκληρώσει τα πρώτα είκοσι χρόνια από την έλευση της ιδιωτικής τηλεόρασης, το 2009 ήταν το έτος όπου τα ελληνικά ΜΜΕ –και ιδίως οι εργαζόμενοι σε αυτά– άρχισαν να βιώνουν τις συνέπειες των φιλοδοξιών, των μεγαλεπήβολων, ενδεχομένως, επεκτάσεων και, σε τελική ανάλυση, του ανορθολογισμού και του μεταπρατικού χαρακτήρα που χαρακτηρίζει την ελληνική επικοινωνία και κοινωνία. Το 2010, πιθανώς με κάποιες εξαιρέσεις, ενδέχεται να συνεχίσει στην ίδια «ρότα», λόγω κεκτημένης ταχύτητας. Έτσι, σε ένα πεδίο χωρίς τις ανάλογες υποδομές, και σε μια μικρή αγορά ανεπαρκή για να υποστηρίξει ένα πλήθος επικοινωνιακών εκροών, είτε πρόκειται για εφημερίδες, είτε για περιοδικά, κανάλια, ραδιόφωνα, ψηφιακές πλατφόρμες και διαδικτυακές πύλες, η κρίση ήταν αναμενόμενη.

Το ζητούμενο είναι εάν και κατά πόσον έχουμε μάθει κάτι από τις εξελίξεις της τελευταίας χρονιάς. Ενδεχομένως, ως καθαρόαιμοι φορείς μιας «μεταπρατικής νοοτροπίας», να μην έχουμε αποκομίσει τίποτε, όπως ακριβώς κάναμε τα προηγούμενα είκοσι χρόνια? δηλαδή «προχωράμε κι όπου βγει». Πώς μπορεί να ισχύσει οποιαδήποτε πρόβλεψη για τις συνθήκες του 21ου αιώνα υπό αυτό το πρίσμα; Αν το παρελθόν και το παρόν προδιαγράφουν το μέλλον, τότε μια τέτοια πρόβλεψη είναι περισσότερο ασφαλής από οποιαδήποτε άλλη. Η χώρα μας, άλλωστε, αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα που επιβεβαιώνει ότι οι κάθε είδους μελέτες μηδαμινή σημασία έχουν για τη χάραξη στρατηγικής, τουλάχιστον στο χώρο της μαζικής επικοινωνίας.

Κι αυτό γιατί στη χώρα μας τα μέσα επικοινωνίας δεν λειτουργούν ως επιχειρήσεις με γνώμονα τη σχέση κόστους-οφέλους, αλλά έχοντας ως προτεραιότητα άλλες σκοπιμότητες, συμφέροντα κι επιδιώξεις. Παρά ταύτα, στην εποχή της παγκοσμιοποίησης και της αυξανόμενης διεθνικής κουλτούρας των επικοινωνιών, τα ελληνικά ΜΜΕ επηρεάζονται επίσης από τις διεθνείς εξελίξεις, οι οποίες επέρχονται στον ελληνικό χώρο με χρονική υστέρηση. Από την άλλη πλευρά, όταν σε άλλες χώρες της Ευρώπης οι εξελίξεις όσον αφορά την πορεία των μέσων επικοινωνίας χρειάζονται ένα εύλογο χρονικό διάστημα για να ολοκληρωθούν, στην Ελλάδα συντελούνται σε εξαιρετικά σύντομο χρονικό διάστημα.

Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να μην μπορούν να εμπεδώσουν τα ελληνικά ΜΜΕ, παρά τον υψηλό βαθμό προσαρμοστικότητας που επιδεικνύουν, τα αίτια και την εξέλιξη αυτών των διεθνών επιδράσεων. Επιπρόσθετα, το γεγονός ότι διακρίνεται έντονα μία τάση μιμητισμού στο εγχώριο πεδίο έχει ως αποτέλεσμα κανένα μέσο, όποια πρόταση κι αν υιοθετήσει, να μη διαθέτει διάρκεια, άρα και απόσβεση της επένδυσής του.

Καθώς η εποχή των «παχιών αγελάδων» έφτασε στο τέλος της, όπως έχουν «διακηρύξει» πολλοί ευρωπαίοι οικονομολόγοι και γραφειοκράτες ?–«the game is over»–, και σε συνδυασμό με την κρίση που επικρατεί στην οικονομία, τα τεράστια δημοσιονομικά ελλείμματα, τη συνεχιζόμενη αδυναμία του ελληνικού χρηματιστηρίου να ανακάμψει, δεν υπάρχουν πολλά περιθώρια, όπως στο παρελθόν, για επιδείξεις «αλόγιστης επέκτασης» στο χώρο των μέσων. Δεν θα πρέπει άλλωστε να μας διαφεύγει το γεγονός ότι πριν από σχεδόν μία δεκαετία πολλές επενδύσεις και νέα επιχειρηματικά εγχειρήματα έγιναν κατά τη διάρκεια εισόδου στο χρηματιστήριο διαφόρων εταιρειών και επιχειρηματικών ομίλων, προφανώς θέλοντας οι εταιρείες να δείξουν στους επενδυτές ότι είναι εύρωστες επιχειρήσεις, με όραμα, στρατηγική και συναφείς υπερβολές, απόρροια ενδεχομένως της χρυσής εποχής του χρηματιστηρίου. Καθώς τα ελληνικά ΜΜΕ βρίσκονται ενώπιον μιας νέας οικονομικής κρίσης, ενδεχομένως κατά πολύ δυσμενέστερης σε σύγκριση με αυτές των παρελθόντων ετών, νέοι παράγοντες εισέρχονται στο πεδίο, είτε από το χώρο των τηλεπικοινωνιών είτε από άλλους τομείς της οικονομίας. Προφανώς, ο πρόσφατος θάνατος του εκδότη Χρήστου Λαμπράκη (21/12/2009) σηματοδοτεί το τέλος μιας ολόκληρης εποχής στα ελληνικά ΜΜΕ, τουλάχιστον όπως τη γνωρίζαμε έως σήμερα.

Στον τομέα των εφημερίδων, η μέση κυκλοφορία παρουσιάζει μιαν επίμονη πτώση. Τούτο σηματοδοτεί –γνωστό άλλωστε σε όλους– ότι η ελληνική αγορά υπό τις παρούσες συνθήκες, ιδίως σε μία περίοδο όπου εγκαταλείπουμε το «Γαλαξία του Γουτεμβέργιου» και οδεύουμε με γοργά ή αργά βήματα προς το «Γαλαξία του Διαδικτύου», είναι εξαιρετικά δύσκολο όχι μόνο να υποστηρίξει νέους τίτλους, αλλά και να συντηρήσει τους ήδη υπάρχοντες. Και δεν είναι μόνον αυτό. Καθώς νέοι τίτλοι εφημερίδων συνεχώς εμφανίζονται –αν και εξίσου συχνά αναστέλλουν την κυκλοφορία τους ύστερα από κάποιο χρονικό διάστημα–, συμπαρασύρουν πολλούς δημοσιογράφους και άλλους εργαζόμενους και τους εντάσσουν σε έναν διαρκώς διογκούμενο «εφεδρικό στρατό ανεργίας», ενώ οι υπόλοιποι τελούν σε ένα καθεστώς μόνιμης ανασφάλειας, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Η κατάσταση όμως εμφανίζεται, δυ­στυχώς, δυσμενέστερη. Αρκετοί επικοινωνιακοί οργανισμοί και επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν έ­ντονα οικονομικά προβλήματα λόγω ανορθολογικών επενδύσεων ή ανυπομονησίας για γρήγορη απόσβεση, σε συνδυασμό με την καταβαράθρωση των αγορών. Οι εργαζόμενοι, ακόμη και στις πλέον οικονομικά ανθηρές επιχειρήσεις των μέσων, νιώθουν το ίδιο ανασφαλείς με τους υπόλοιπους συναδέλφους τους. Η περίοδος αυτή, αφενός λόγω των λανθασμένων στρατηγικών, της οικονομικής ύφεσης, και αφετέρου λόγω των «παράπλευρων επιπτώσεων» της διεθνούς πολιτικής σκηνής, κινδυνεύει να χαρακτηριστεί ως μία από τις χειρότερες στην ιστορία του δημοσιογραφικού επαγγέλματος.

Παρόμοια κατάσταση επικρατεί και στον περιοδικό Τύπο, ο οποίος, αφού κατέγραψε μια συνεχή αναπτυξιακή πορεία τα τελευταία χρόνια, αντιμετωπίζει πλέον με προβληματισμό και έντονη ανησυχία το μέλλον του χώρου, ιδίως από τότε που αρκετές εφημερίδες μετατράπηκαν σε «εφημερο-περιοδικά» (εδώ και μια δεκαετία) και, επιπλέον, λόγω της ανάπτυξης του διαδικτύου.

Αν η διαφήμιση είναι το «DNA» της ιδιωτικής ραδιοτηλεόρασης, τότε οι ιδιωτικοί ραδιοφωνικοί και τηλεοπτικοί, ιδίως, σταθμοί θα πρέπει να ανησυχούν. Η πάλαι ποτέ «τρελή αυξητική πορεία» της διαφημιστικής δαπάνης αποτελεί πια «νοσταλγικό παρελθόν», προκαλώντας πονοκέφαλο, και βεβαίως γκρίνιες και απολύσεις, στους ιθύνοντες των σταθμών. Η μείωση των διαφημιστικών δαπανών κατά 17% το 2009 και η προβλεπόμενη νέα συρρίκνωσή τους το 2010 προοιωνίζουν ακόμη μεγαλύτερα προβλήματα για τα οικονομικά των μέσων και κατ’ επέκταση εξωθούν σε περικοπές μισθών και μειώσεις του δημοσιογραφικού και τεχνικού προσωπικού. Καθώς δεν υπάρχουν μαγικές συνταγές, οι προϋπολογισμοί θα είναι όλο και πιο «σφιχτοί», με αρνητικά, προφανώς, αποτελέσματα όσον αφορά στην ποιό­τητα των προσφερόμενων προγραμμάτων. Πιθανότατα, η ελληνική τηλεόραση, μετά το ατέλειωτο «ενημερωτικό βουητό», θα συνεχίσει να βιώνει την εποχή των «ομιλούντων κεφαλιών» σε διάφορες εκδοχές και παραλλαγές. Τα πράγματα, όμως, εξελίσσονται προς το χειρότερο, αφού οι τηλεοπτικοί σταθμοί καλούνται από την Ευρωπαϊκή Ένωση (Ε.Ε.) να προχωρήσουν στην ψηφιακή μετάδοση, με χρονικό ορίζοντα το αργότερο μέχρι το 2012 – και για διαρθρωτικές αλλαγές τέτοιου είδους, όπως συνήθως συμβαίνει στη χώρα μας, προετοιμαζόμαστε την τελευταία στιγμή για την επόμενη μέρα.

Ενδεχομένως ο συνδυασμός οικονομικής στενότητας και τεχνολογικών εξελίξεων να οδηγήσει στο τελικό ξεκαθάρισμα ανάμεσα στα πλούσια και τα φτωχά, σε κεφάλαια και πόρους, μέσα. Ένα καίριο ερώτημα που ανακύπτει είναι το εξής: Ποιες θα είναι οι επιπτώσεις της ψηφιακής μετάβασης για τα περιφερειακά μέσα;

Από το 1989 έως σήμερα, η πολιτική εξουσία ισχυριζόταν διαρκώς ότι το κάθε έτος θα ήταν η «χρονιά των τηλεοπτικών αδειών». Πρόκειται για ένα θέμα που την τελευταία δεκαετία εμφανίζει μια περιοδικότητα που, κατά περίεργο τρόπο, συνδέεται με τις μακρές προεκλογικές περιόδους της χώρας. Έτσι, όταν κάποιος ακούει για άδειες, οι συνειρμοί τον οδηγούν αναπόφευκτα σε προεκλογική περίοδο. Γεγονός είναι ότι από το 1998, τη χρονιά, δηλαδή, που έληξαν οι χρονικές προθεσμίες για την ισχύουσα προσωρινή κατάσταση χορήγησης των τηλεοπτικών αδειών, οι άδειες ανανεώνονται με απόφαση του εκάστοτε πολιτικού προϊσταμένου. Συνεπώς, από το 1998 οι τηλεοπτικοί σταθμοί παραμένουν προσωρινά νόμιμοι, επιβεβαιώνοντας τη θυμόσοφο ρήση «ουδέν μονιμότερον του προσωρινού». Η κατάργηση του Υπουργείου Τύπου και ΜΜΕ και ο νέος διαχωρισμός των αρμοδιοτήτων ανάμεσα σε διάφορα υπουργεία δημιουργούν εύλογα προβληματισμό ως προς την επίλυση του θέματος αυτού, ιδίως τώρα που καλούμαστε να εναρμονιστούμε με το θεσμικό πλαίσιο της Ε.Ε. Προφανώς τώρα είναι η κατάλληλη περίοδος να παρακαμφθούν τα θέματα των αναλογικών αδειών, που έτσι κι αλλιώς είναι ξεπερασμένες, και να εστιαστεί η προσοχή στη μετάβαση στην ψηφιακή μετάδοση και τις άδειες που απαιτούνται.

Οποιαδήποτε πρόβλεψη για την πορεία των ελληνικών μέσων επικοινωνίας είναι τόσο επισφαλής, όσο και η πρόβλεψη του δελτίου καιρού για το επόμενο τρίμηνο, ιδιαίτερα σε μια χώρα της οποίας οι πολίτες διακατέχονται μεν από έναν έντονο επικοινωνισμό, αλλά δεν επικοινωνούν ουσιαστικά μεταξύ τους, και θεωρούν ότι όλα τα προβλήματά τους θα τα λύσουν οι «έξυπνες επικοινωνιακές συνταγές». Ενδεχομένως η κατάσταση της «ημι-ανασφάλειας» να διαρκέσει έως την πλήρη ανάκαμψη της οικονομίας μας, του νέου, εκ των πραγμάτων, εθνικού μας οράματος. Όμως, χρόνο με το χρόνο, καθίσταται εμφανές ότι τα ελληνικά μέσα εισέρχονται σε μια περίοδο, σύντομη ή μακρά, κατά την οποία θα διαφανεί η συρρίκνωση και θα επικρατήσει ένας μικρός αριθμός εφημερίδων, περιοδικών, ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών σταθμών, και διαδικτυακών κόμβων. Οι επιχειρήσεις αυτές θα έχουν παράλληλα προβεί σε σημαντικές και μακροπρόθεσμες επενδύσεις. Γύρω τους θα λειτουργεί ένα πλήθος εναλλακτικών μέσων, κυρίως με τη μορφή των blogs, όσο αυτά προσφέρονται δωρεάν από τους παρόχους. Κοντολογίς, μέσα σε μια εικοσαετία, τα ελληνικά μέσα επικοινωνίας και ενημέρωσης περιήλθαν από μια φάση ενθουσιασμού, ενδεχομένως και αθωότητας, σε μια φάση έντονου κορεσμού και επισφάλειας.

Το παρόν τεύχος είναι αφιερωμένο στα ελληνικά μέσα επικοινωνίας και ενημέρωσης, δίνοντας έμφαση στην τελευταία εικοσαετία. Στο κείμενό της, η Ρόη Παναγιωτοπούλου εστιάζει στην πορεία της αναλογικής τηλεόρασης, και ο Στέλιος Παπαθανασόπουλος, στο κείμενο που ακολουθεί, στην ανάπτυξη της ψηφιακής τηλεόρασης στη χώρα. Η Μαρίνα Ρήγου ασχολείται με την πορεία του ραδιόφωνου, ενώ οι Νίκος Μπακουνάκης και Στέλιος Παπαθανασόπουλος με τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι αθηναϊκές εφημερίδες, οι οποίες έχουν και εθνική εμβέλεια. Η Μαρία Κομνηνού επικεντρώνεται σε μια περιοδιολόγηση της ελληνικής κινηματογραφίας και στις τάσεις του ελληνικού σινεμά.

Ο Γιώργος Πλειός εξετάζει αυτό που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως «πολιτισμός των blogs» (blog-culture). Η Πασχαλία Σπυρίδου και ο Ανδρέας Βέγλης μελετούν την εξέλιξη των διαδικτυακών τόπων στην Ελλάδα, χαρακτηρίζοντάς την ως ένα «ημιτελές πείραμα» που ξεκίνησε το 2000 και εξελίσσεται με βραδείς ρυθμούς και ολίγους πρόθυμους παίκτες. Οι Μπετίνα Ντάβου, Αντώνης Αρμενάκης, Άννα Βασιλάκη, Ελένη Καραγιώργη, Δώρα Λίμουρα, Αγγελική Παπαϊακώβου, Μαριάννα Πουτακίδου και Στέλλα Τσαγκαράκη, αφού εξέτασαν συνολικά 842 ειδήσεις, εστιάζουν στο συναισθηματικό πλαίσιο εντός του οποίου η είδηση ερμηνεύεται σε γνωστικό επίπεδο, με αποτέλεσμα διεργασίες όπως η προσοχή ή η μνημονική συγκράτηση της είδησης να εξαρτώνται από το εάν η είδηση προκαλεί φόβο, θυμό, αηδία, και άλλα έντονα συναισθήματα. Η Σοφία Θεοδοσιάδου εξετάζει τη δομή και το περιεχόμενο του προγράμματος ροής των πειρατικών σταθμών στην πόλη της Θεσσαλονίκης.

Με το παρόν τεύχος, τα Ζητήματα Επικοινωνίας έφθασαν αισίως τα 10 τεύχη στα πέντε χρόνια της έκδοσής τους. Ξεκίνησαν ως ένα πείραμα, εάν η χώρα μας θα μπορούσε να «αντέξει» ένα θεωρητικό, ακαδημαϊκό έντυπο για τα μέσα επικοινωνίας, ιδίως σε μια εποχή όπου όλοι αναφέρονται στις επιδράσεις και τους ρόλους των μέσων και εν γένει στο επικοινωνιακό φαινόμενο, αλλά ελάχιστοι, δυστυχώς, ενδιαφέρονται να στηρίξουν τέτοιες προσπάθειες. Όλα αυτά τα χρόνια της έκδοσης, η COSMOTE και η κυρία Μαριλένα Φατσέα μας στήριξαν ουσιαστικά. Χωρίς τη συμβολή τους, η έκδοση του περιοδικού θα ήταν ανέφικτη. Επίσης ευχαριστούμε τον Θανάση Καστανιώτη, που ανέλαβε το ρίσκο της έκδοσης ενός τέτοιου εντύπου. H αποδελτίωση όλων των άρθρων που δημοσιεύτηκαν στα τεύχη 1 έως και 9, την οποία επιμελήθηκε η κυρία Φωτεινή Κωσταντάρα από το Ινστιτούτο Οπτικοακουστικών Μέσων, έχει αναρτηθεί στην ιστοσελίδα του περιοδικού, στο http://www.media.uoa.gr/ institute/pages/gr/zitimata_gr.html.

Νιώθουμε ακόμη υποχρεωμένοι στους εξωτερικούς κριτές του περιοδικού, που διέθεσαν τον πολύτιμο χρόνο τους για να διαβάσουν, να σχολιάσουν και να κρίνουν τα άρθρα του περιοδικού μας. Ιδιαίτερα ευχαριστούμε τους: Χριστίνα Αδάμου, Αντώνη Αρμενάκη, Πρόδρομο Γιαννά, Δημήτρη Γκούσκο, Νίκο Δεμερτζή, Σοφία Καϊτατζή-Γουίτλοκ, Πέπη Καλογήρου, Ιωάννα Κική, Χριστίνα Κωνσταντινίδου, Νίκο Λέανδρο, Γιάννη Μαυρή, Μιχάλη Μεϊμάρη, Δημήτρη Μητρόπουλο, Σπύρο Μοσχονά, Δέσποινα Μουζάκη, Μπετίνα Ντάβου, Γιάννη Πανούση, Κωνσταντίνο Παπαβασιλόπουλο, Γιώργο Πλειό, Αθανάσιο Σαμαρά, Μαριλένα Σημίτη, Χρυσάνθη Σωτηροπούλου, Μπέτυ Τσακαρέστου, Λίζα Τσαλίκη, Αθανάσιο Τσεβά, Μανώλη Χαιρετάκη, Δημήτρη Χαραλάμπη και Δημήτρη Χαρίτο.

Επίσης ευχαριστούμε όλους τους συγγραφείς που απέστειλαν τα κείμενά τους και ακολούθησαν την επίπονη διαδικασία αξιολόγησης και τελικής επεξεργασίας των κειμένων τους, για τη συνεχή εμπιστοσύνη και αναγνώριση που δείχνουν στα Ζητήματα Επικοινωνίας. Χωρίς την ενεργή συμμετοχή της ελληνικής επιστημονικής κοινότητας, το περιοδικό δεν θα μπορούσε να επιβιώσει και να εορτάσει μαζί σας την έκδοση του δέκατου τεύχους του.

ΣΤΕΛΙΟΣ ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΣ
ΡΟΗ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΥ

 

 

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

20 χρόνια ελληνικής ιδιωτικής τηλεόρασης (1989-2009): Ένας απολογισμός
Ρόη Παναγιωτοπούλου

Το θολό ψηφιακό τηλεοπτικό πεδίο της Ελλάδας
Στέλιος Παπαθανασόπουλος

Η πορεία της ιδιωτικής ραδιοφωνίας στην Ελλάδα
Μαρίνα Ρήγου

Οι αθηναϊκές εφημερίδες μετά το 1989: Οι αλλοιώσεις, οι αλλαγές, οι κρίσιμες προσαρμογές
Νίκος Μπακουνάκης, Στέλιος Παπαθανασόπουλος

Ελληνική κινηματογραφική βιομηχανία: Μεταβαλλόμενες τάσεις, μεταβαλλόμενα ακροατήρια
Μαρίνα Κομνηνού

En Blogs: Από το διαδίκτυο στην blogόσφαιρα
Γιώργος Πλειός

Διαδικτυακά ΜΜΕ και τα πρότυπα του Web 2.0: H ελληνική περίπτωση
Πασχαλία Σπυρίδου, Ανδρέας Βέγλης

ΕΜΜΕ (ΕΡΕΥΝΕΣ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΕΣ ΣΤΑ ΜΕΣΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ)

Γνωστικές επιδράσεις της συναισθηματικής ατζέντας των τηλεοπτικών ειδήσεων
Μπετίνα Ντάβου, Αντώνης Αρμενάκης, Άννα Βασιλάκη, Ελένη Καραγιώργη, Δώρα Λίμουρα, Αγγελική Παπαϊακώβου, Μαριάννα Πουτακίδου, Στέλλα Τσαγκαράκη

Ο ρόλος της μουσικής και της πολιτικής στο πειρατικό ραδιόφωνο της Θεσσαλονίκης
Σοφία Θεοδοσιάδου


Σελίδες ενημέρωσης
Βιογραφικά σημειώματα συγγραφέων
Περιλήψεις στα αγγλικά, abstracts

Πληροφορίες για την υποβολή εργασιών