Home 

ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ | ΤΕΥΧΟΣ 7ο



ΠPOΛOΓOΣ TΩN EΠIMEΛHTΩN

Από την έκδοση του προηγούμενου τεύχους των «Ζητημάτων Επικοινωνίας», δηλαδή λίγο μετά τις εκλογές του Σεπτεμβρίου του 2007, οι Έλληνες φαίνεται να ασχολούνται μόνο με τα σκάνδαλα της πολιτικής και των μέσων μαζικής ενημέρωσης. Τη συζήτηση, ή καλύτερα τις κραυγές και αντιδικίες, για το μέλλον του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης διαδέχθηκαν οι συζητήσεις για τα σκάνδαλα που έλαβαν τόσο οικονομικές όσο και πολιτικές αλλά και ερωτικές διαστάσεις. Καταδείχθηκε στην ελληνική κοινωνία ότι στην εποχή της «διαμεσολαβημένης επικοινωνίας» τα όρια αλλά και τα πεδία αναφοράς ανάμεσα στα μέσα ενημέρωσης, τους δημοσιογράφους και τις πηγές τους δεν είναι σαφή πλέον.

Βέβαια, η αποδοχή μιας τέτοιας άποψης θα σηματοδοτούσε την άκριτη υιοθέτηση μιας ισοπεδωτικής λογικής απέναντι σε καταστάσεις, ανθρώπους και επαγγέλματα, όπως άλλωστε έχουν συχνά κάνει αρκετοί δημοσιογράφοι και πολιτικοί όταν αναφέρονται στο δημόσιο πανεπιστήμιο και στους πανεπιστημιακούς. Θα ήταν παράλογο να θεωρεί κανείς ότι όλοι οι δημοσιογράφοι και οι πολιτικοί είναι διαπλεκόμενοι, χρηματιζόμενοι, «λαμόγια» και ό,τι άλλο έχει γραφεί κατά καιρούς ακόμα και στα πρωτοσέλιδα του Τύπου. Γεγονός είναι ότι το «ανταγωνιστικό ήθος» της σύγχρονης ενημέρωσης έχει συστηματικά υπονομεύσει τη χρυσή τομή μεταξύ της δημοσιογραφίας (με τον εποπτικό της ρόλο) και της λογοδοσίας της απέναντι στην κοινωνία. Πρόκειται για μια συνθήκη που επηρεάζει όχι μόνο τους απλούς δημοσιογράφους, αλλά και όσους εργάζονται στα μέσα ενημέρωσης.

Η κρίση της σύγχρονης ενημέρωσης συνδέεται άμεσα με τη δομή του πεδίου της μαζικής επικοινωνίας στη χώρα μας. Συνειδητά τα μέσα ενημέρωσης και οι ιθύνοντές τους στρέφονται από τα σημαντικά γεγονότα προς τον εντυπωσιασμό, τον εύκολο δρόμο της κάλυψης περιττών και ασήμαντων περιστατικών, πράγμα που επηρεάζει και διαμορφώνει τις τακτικές που χρησιμοποιούνται, οι οποίες τελικά «διαβρώνουν» και το χαρακτήρα των σοβαρών ειδήσεων.

Αν ανατρέξει κανείς στη θεματολογία, ιδίως των τηλεοπτικών ειδήσεων στην περίοδο μετά τις εκλογές του Σεπτεμβρίου, θα δει ότι η αλληλουχία της κυρίαρχης ενημέρωσης περιορίστηκε στη διαδοχολογία περί της πολιτικής ηγεσίας του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης σε επίπεδο προσώπων και ενδεχομένως «κολλητών», όχι όμως ιδεών, στην προσπάθεια μεταρρύθμισης του ασφαλιστικού που εξαντλήθηκε στους ανασφάλιστους μετανάστες του αρμόδιου υπουργού, και στο γνωστό DVD που από ερωτικό σκάνδαλο μετεξελίχθηκε σε πολιτικό και εντέλει σε σκάνδαλο των μέσων ενημέρωσης.

Το Τμήμα Επικοινωνίας και ΜΜΕ του Πανεπιστημίου Αθηνών στη Γενική Συνέλευση της 24 ης Ιανουαρίου του 2008 με αφορμή όλα αυτά τα γεγονότα εξέδωσε ένα ψήφισμα στο οποίο ανέφερε τα εξής:

«Ως Τμήμα Επικοινωνίας και ΜΜΕ εκφράζουμε τον έντονο προβληματισμό μας για το κλίμα των τελευταίων ημερών. Βλέπουμε να αναδύονται φαινόμενα διαφθοράς και σήψης, που θέτουν επί τάπητος το ζήτημα της δημοσιογραφικής δεοντολογίας. Παρατηρούμε ότι ένα βασικό συστατικό της σύγχρονης δημοκρατίας –η διάκριση των εξουσιών– τείνει να καταλυθεί. Η λεγόμενη τέταρτη εξουσία όχι απλώς έχει γίνει κυρίαρχη, αλλά και υπονομεύει τις ήδη αυτοϋπονομευόμενες τρεις άλλες.

Η κυκλοφορία πορνογραφικού υλικού και η προβολή δημοσιογράφων που εκτοξεύουν αλληλοκατηγορίες στοιχειοθετούν το καινούργιο «θέαμα» που έχει υποκαταστήσει τον δημοκρατικό διάλογο. Η αποδοχή της κατάπτωσης αυτής αποτελεί θρίαμβο του συστήματος, το οποίο βασίζεται σε μεθοδική απαξίωση της παιδείας και του πολιτισμού. Μήπως τους ίδιους καρπούς που γευόμαστε με την απελευθέρωση της τηλεόρασης ετοιμάζεται η κυβέρνηση να μας τους ξαναπροσφέρει με την «απελευθέρωση» της παιδείας;

Kι ενώ ο θόρυβος και οι επιπτώσεις του σκανδάλου δεν είχαν καταλαγιάσει, στην ημερήσια θεματολογία προέκυψε ένα νέο ζήτημα εξίσου φλέγον με την πορεία της ενημέρωσης και της δημοσιογραφίας στη χώρα μας. A ναφερόμαστε στο θέμα σχετικά με τα ιστολόγια (ηλεκτρονικά ημερολόγια – blogs ) και τη χρήση τους στην E λλάδα. Δυστυχώς, για μια ακόμα φορά ανακαλύπτουμε χρήσεις της ελευθερίας του λόγου που καταπατούν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και τα ατομικά δικαιώματα. Στην προκειμένη περίπτωση, φάνηκε ότι τα όρια ανάμεσα στην ελευθερία της έκφρασης, την ελεύθερη διακίνηση ιδεών και την άσκηση κριτικής πολύ εύκολα συγχέονται και μπορούν να χρησιμοποιηθούν κατά το δοκούν. K αι σε αυτή την περίπτωση, η προσέγγιση αρκετών μέσων ενημέρωσης ήταν ισοπεδωτική. Πράγματι, ένας ικανός αριθμός δημοσιογράφων και δημοσιολογούντων έχουν βρει διέξοδο στα ιστολόγια, αλλά στη συντριπτική πλειονότητά τους οι bloggers  είναι άνθρωποι που επιζητούν να καταθέσουν τις απόψεις τους στη νέα δημόσια σφαίρα που συγκροτεί το διαδίκτυο. Όμως, όπως οφείλουμε να υπερασπιστούμε τα ιστολόγια και τους bloggers από κάθε είδος και μορφή παρέμβασης, έτσι οφείλουμε και να στηλιτεύουμε κάθε προσπάθεια η οποία, στο όνομα της ελευθερίας του λόγου, χρησιμοποιεί την ασυδοσία, διαχέει αφειδώς αδιασταύρωτες πληροφορίες και αρνείται κάθε λογική λογοδοσίας με το πέπλο της ανωνυμίας. M ε αποτέλεσμα ακόμα και το πιο ελπιδοφόρο κομμάτι της νέας δημόσιας σφαίρας, η «δημοσιογραφία των πολιτών», να αμφισβητείται, να περιορίζεται, αν όχι να ακυρώνεται.

Το ενθαρρυντικό στοιχείο είναι ότι οι άνθρωποι που μελετούν το πολυσύνθετο φαινόμενο της επικοινωνίας έχουν αρχίσει να εκφράζουν ανοιχτά τις απόψεις τους όχι μόνο μέσα από παρεμβάσεις και άρθρα, κυρίως στον Τύπο, αλλά και μέσα από ημερίδες, διαλέξεις και συνέδρια που έχουν πληθύνει τον τελευταίο καιρό, όπως καταγράφουμε στις αντίστοιχες «Σελίδες Ενημέρωσης» του παρόντος τεύχους.

Η παρέμβαση των μελετητών είναι αναγκαία, γιατί η επικοινωνία και η ενημέρωση είναι πολύ σοβαρές υποθέσεις για να αφεθούν πλήρως στα «χέρια» των ιδιοκτητών των ΜΜΕ , των «μεγάλων» της δημοσιογραφίας, των παραθυρολόγων και των ανώνυμων δημοσιολογούντων. Το κοινό, βέβαια, εκφράζει τη δυσπιστία του απέναντι σε όλα αυτά τα φαινόμενα, αλλά στην πράξη δε διαθέτει πολλές δυνατότητες επιλογής, παρά το γεγονός ότι κατακλύζεται από πολλές δήθεν εναλλακτικές προσφορές.

Υπάρχουν άραγε περιθώρια αντίδρασης; Η αντίδραση μπορεί να προέλθει από τους ίδιους τους δημοσιογράφους και τους εργαζόμενους στα ΜΜΕ , καθώς και από το κοινό. Οι δημοσιογράφοι πρέπει να αντιταχθούν σε συλλογικό επίπεδο στις συνθήκες που τους επιβάλλουν ή κάτω από τις οποίες τους ζητούν να εργάζονται οι εργοδότες και προϊστάμενοί τους. Δεν παραβλέπουμε ότι οι απλοί εργαζόμενοι δημοσιογράφοι σε τέτοιες περιπτώσεις είναι εξαρτημένοι ή, για να χρησιμοποιήσουμε μια αγαπημένη έκφραση των μέσων ενημέρωσης, είναι «όμηροι» των ιδιοκτητών και των διευθυντών τους. Οι τελευταίοι, παρ' όλες τις επικρίσεις, δε δείχνουν να έχουν την απαιτούμενη διάθεση και σθένος για να αλλάξουν τις πρακτικές τους. Η δημοσιογραφική δεοντολογία είναι εν πολλοίς ανύπαρκτη ή συχνά η επίκλησή της χρησιμεύει ως άλλοθι για να δικαιολογηθούν πράξεις οι οποίες εμφανώς καταπατούν τα ανθρώπινα δικαιώματα και δε σέβονται την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.

Τα τελευταία συμβάντα μάς επαναφέρουν σε δύο μονίμως αναπάντητα ερωτήματα: πρώτον, εάν και σε ποιο βαθμό έχουμε ως κοινωνία αποφασίσει ποια είναι τα όρια της ενημέρωσης που θέλουμε? και, δεύτερον, εάν και σε ποιο βαθμό επιζητούμε να υπάρχουν και να τηρούνται οι κώδικες δεοντολογίας.

Όσον αφορά στο ερώτημα της ενημέρωσης, φαίνεται τελικά ότι τα τελευταία είκοσι χρόνια η δημόσια ζωή είναι στη χειρότερη περίπτωση μια «κόλαση» και στην καλύτερη μια σύγκρουση: όπου αυτές δεν υπάρχουν, δεν υπάρχει είδηση, δεν υπάρχει ενδιαφέρον. Οι πολίτες υπόκεινται σε ένα αδιάκοπο «ενημερωτικό βουητό». Όμως ο μεγαλύτερος ίσως εχθρός της τηλεοπτικής ενημέρωσης είναι ο ίδιος της ο εαυτός, καθώς, ενώ υποστηρίζει ότι ακολουθεί τα ενδιαφέροντα και τις προτιμήσεις των τηλεθεατών, κατ' ουσίαν τους εξουθενώνει και τελικά υπονομεύει σταδιακά τη συμμετοχή και το ενδιαφέρον τους για τα πολιτικά δρώμενα.

Ως προς το ζήτημα της δεοντολογίας, όλοι γνωρίζουν τα όριά της, τουλάχιστον στο θεωρητικό επίπεδο. Όμως σε ένα έντονα ανταγωνιστικό περιβάλλον είναι εξαιρετικά δύσκολο να εφαρμοστούν οι κανόνες της. Το γεγονός ότι τουλάχιστον τα τελευταία δέκα χρόνια εμφανίζονται κώδικες δημοσιογραφικής δεοντολογίας, οι οποίοι, σύμφωνα με τα όσα λέγονται και γράφονται, σπανίως τηρούνται, ενώ οι παραβάτες τους ακόμα πιο σπάνια τιμωρούνται, εμπλέκει τη δημοσιογραφία και τους δημοσιογράφους σε μια ζοφερή κατάσταση όπου κυριαρχούν η δυσπιστία, οι φοβίες, η αφερεγγυότητα, η κατασυκοφάντηση αλλήλων, η μαγκιά, ο ετσιθελισμός, το νταηλίκι, η σκανδαλολογία και μύρια άλλα.

Ωστόσο θα πρέπει να πάψουμε να ομφαλοσκοπούμε. Τα MME αποτελούν μέρος της κοινωνίας μας. Είναι τραγικό όχι μόνο για την πορεία των μέσων ενημέρωσης αλλά και για τη δημοκρατία εν γένει να διαχέεται ευρέως η άποψη ότι για όλα φταίνε τα ΜΜΕ και οι δημοσιογράφοι. Όσο επικρατούν τέτοιες απόψεις, τόσο περισσότερο αποδεχόμαστε να είμαστε μια δημοκρατία βουβή, μια κοινωνία ανεύθυνη με πολίτες άβουλους, οι οποίοι αρκούνται στο να συνταράσσονται κατά καιρούς από τις αποκαλύψεις των θορυβοποιών μέσων ενημέρωσης.

ΡΟΗ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΥ – ΣΤΕΛΙΟΣ ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΣ

 

 

 

H EIKONIKH ΣΦAIPA 2.0: TO ΔIAΔIKTYO KAI H ΔHMOΣIA ΣΦAIPA
Zιζή Παπαχαρίση

ΠNEYMATIKH IΔIOKTHΣIA KAI EΠIKOINΩNIA ΣTON KYBEPNOXΩPO: P2P, “CREATIVE COMMONS” KAI TO MEΛΛON TOY ΘEΣMOY ΣTO ΨHΦIAKO ΠEPIBAΛΛON
Έλσα Δεληγιάννη

H EΠIΔPAΣH TΩN ΠAΓKOΣMIΩN ΔIKTYΩN ENHMEPΩΣHΣ ΣTHN EΞΩTEPIKH ΠOΛITIKH KAI TIΣ ΔIEΘNEIΣ ΣXEΣEIΣ
Xρήστος A. Φραγκονικολόπουλος, Nίκος Παναγιώτου

H ΠPOBOΛH TΩN ΠOΛITIKΩN ΘEΣMΩN AΠO TIΣ THΛEOΠTIKEΣ EIΔHΣEIΣ
Γιώργος Πλειός, Στέλιος Παπαθανασόπουλος

H EΠIΔPAΣH THΣ KINHTHΣ THΛEΦΩNIAΣ ΣTHN ΠOΛITIKH EΠIKOINΩNIA ΣTHN EΛΛAΔA
Aσπασία Φλέσουρα

THΛEOPAΣH KAI MOYΣIKH BIOMHXANIA: TA MOYΣIKA BPABEIA «APIΩN»
Πελιώ Παπαδιά

ΕΜΜΕ (Έρευνες και Μελέτες στα Μέσα Επικοινωνίας)

Βιβλιοκρισίες
Σελίδες ενημέρωσης
Βιογραφικά σημειώματα συγγραφέων
Περιλήψεις στα αγγλικά, abstracts

 

Πληροφορίες για την υποβολή εργασιών