Home 

ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ | ΤΕΥΧΟΣ 9ο



Eισαγωγή του επιμελητή του αφιερώματος

Δεν είναι ασυνήθιστο οι επιστήμονες να χωρίζουν τη μελέτη του γνωστικού τους αντικειμένου σε δύο περιόδους, μία προεπιστημονική και μία επιστημονική. Στην περίπτωση της γλωσσολογίας των Μέσων, της επιστήμης που μελετά το λόγο ή τη «γλώσσα» (όπως συνήθως λέγεται) των ΜΜΕ, η διαίρεση αυτή δεν είναι ένα απλό τέχνασμα στο οποίο καταφεύγουν οι επιστήμονες προκειμένου να νομιμοποιήσουν την ενασχόλησή τους. Ενώ η επιστήμη έχει σκοπό να περιγράψει και να εξηγήσει, τα προεπιστημονικά δημοσιεύματα επιδιώκουν να προγράψουν και να ρυθμίσουν. Ξεχωρίζουν από τον έντονα «δεοντολογικό και συμβουλευτικό χαρακτήρα» τους, όπως εύστοχα έχει επισημάνει ο Σ. Χατζησαββίδης (1999: 60). Αναγνωρίζουν το αντικείμενό τους μόνο στην ιδανική του μορφή ή το αρνούνται παντελώς. Υιοθετούν τα γλωσσικά πρότυπα των έντυπων ΜΜΕ και απορρίπτουν συλλήβδην ή αντιμετωπίζουν με καχυποψία τα ηλεκτρονικά Μέσα. Ηθικολογούν και κινδυνολογούν. Τα προεπιστημονικά (ή παρα-επιστημονικά) κείμενα εντάσσονται σε μακρά γραμματειακή παράδοση συμβουλών και «παραπόνων» (J. & L. Milroy, 1999: κεφ. 2) σε πολλές χώρες. Ανταποκρινόμενη στις μακροχρόνιες ανάγκες της τυποποίησης (standardization) του δημόσιου λόγου –του έντυπου κυρίως– η παράδοση αυτή έχει και στη χώρα μας μακρά διάρκεια και υψηλό κύρος.

Η δύναμη επίδρασης στη γλώσσα, που υποτίθεται πως έχουν τα ΜΜΕ, χρησιμοποιήθηκε, ήδη τη δεκαετία του 1980, για τη γλωσσική μετεκπαίδευση του κοινού στα πρότυπα της δημοτικής. Πρώτος αξιοποίησε την τηλεόραση γι’ αυτόν το σκοπό ένας μεγάλος παιδαγωγός, ο Εμμ. Κριαράς (1987). Παρόμοιο εκπαιδευτικό στόχο είχαν οι «ραδιοφωνικές επιφυλλίδες» του Δ. Λυπουρλή και του Χρ. Τσολάκη. Ο Γ. Μπαμπινιώτης είναι ο μόνος γλωσσολόγος που τακτικά αρθρογραφεί στον Τύπο για γλωσσικά ζητήματα. Όμως πολλές εφημερίδες και περιοδικά είχαν ή ακόμα έχουν τακτικές στήλες «ειδικών συνεργατών» που συμβουλεύουν επί παντός γλωσσικού, συχνά παίρνοντας αφορμή από τα λάθη των παρουσιαστών και των δημοσιογράφων. Στο περιοδικό Ραδιοτηλεόραση δημοσιευόταν για χρόνια η στήλη του «Γλωσσαμύντορος». Πρωτοδημοσιευμένα στον Τύπο ήταν τα κείμενα της Ι. Παπαζαφείρη, του Γ.Η. Χάρη, του Α. Παππά. Αρκετοί είναι και οι γλωσσικοί οδηγοί οι γραμμένοι από ή/και για δημοσιογράφους: του Θ. Καρζή, του Αθηναϊκού Πρακτορείου Ειδήσεων, του Γ.Π. Τζαννετάκου κ.ά. Συχνές είναι και οι οδηγίες του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης (ΕΣΡ), με τις οποίες καλεί τους ραδιοτηλεοπτικούς σταθμούς να λάβουν τα «αναγκαία μέτρα για την ορθή χρήση της ελληνικής γλώσσας από τους δημοσιογράφους και τους συντελεστές των ενημερωτικών ή επιμορφωτικών εκπομπών» (ΕΣΡ, Οδηγία 2/26.2.2008). Υπάρχει μεγάλη προσφορά διορθωτικών οδηγιών, η οποία φαίνεται να ανταποκρίνεται σε κάθε άλλο παρά αμελητέα ζήτηση (βλ. Μοσχονάς, 2005: 161-2).

Σε αντίθεση με αυτή τη ρυθμιστική παράδοση, τα τελευταία χρόνια συγκροτείται σταδιακά μια αμερόληπτη επιστημονική βιβλιογραφία για τον ελληνικό δημοσιογραφικό λόγο και τη «γλώσσα» των ΜΜΕ. Σχετικές μελέτες δημοσιεύονται όλο και πιο συχνά σε επιστημονικά περιοδικά της Ελλάδας και του εξωτερικού. Στην ελληνική γλώσσα έχουμε ήδη τρεις συγκεντρωτικές εκδόσεις: δύο τόμους Πρακτικών (Δημοσιογραφία και γλώσσα, επιμ. Π. Μπουκάλας και Σ.Α. Μοσχονάς, και Η γλώσσα των ΜΜΕ, επιμ. Α. Ψάλτου-Joycey) και μια πρόσφατη, εξαίρετη συλλογή δοκιμίων (Ο λόγος της μαζικής επικοινωνίας, επιμ. Π. Πολίτης). Εκτός από το παλαιότερο διδακτικό εγχειρίδιο του Σ. Χατζησαββίδη Ελληνική γλώσσα και δημοσιογραφικός λόγος, έχει μεταφραστεί στα ελληνικά και το βιβλίο του Y. Lavoinne Η γλώσσα των μέσων ενημέρωσης. Κυκλοφορούν επίσης βιβλία για ειδικότερα θέματα, όπως Η γλώσσα της διαφήμισης της Σ. Κουτσουλέλου-Μίχου, Δημοσιογραφία και νεολογία των Θ. Νάκα και Ζ. Γαβριηλίδου, Η λαϊκή γλώσσα των ειδήσεων της Ν. Τσιτσανούδη-Μαλλίδη κ.ά. Αρκετά είναι και τα γενικά εγχειρίδια κειμενογλωσσολογίας και ανάλυσης του λόγου που καταπιάνονται με όψεις του λόγου των ΜΜΕ, όπως το Κείμενο και επικοινωνία των Α. Γεωργακοπούλου και Δ. Γούτσου και το Discourse Analysis της Μ. Σηφιανού. (Όλα αυτά τα βιβλία παρουσιάζονται στις βιβλιοκρισίες του παρόντος τεύχους.)

Είναι αμφίβολο όμως αν η νέα επιστήμη της γλωσσολογίας των Μέσων μπορεί να κλονίσει τις βαθιά ριζωμένες προκαταλήψεις της «προεπιστημονικής» ρυθμιστικής παράδοσης, ορισμένες από τις οποίες επιβιώνουν στα ίδια τα επιστημονικά κείμενα που τις αμφισβητούν. Δύο από αυτές τις προϋποθέσεις είναι οι ακόλουθες: α) τα Μέσα έχουν τη δύναμη να επηρεάσουν τη γλωσσική αλλαγή, είτε θετικά είτε αρνητικά, και β) η «γλώσσα των Μέσων» είναι (ή μάλλον οφείλει να είναι) μία, ενιαία, ομοιογενής. Ας δούμε τις δύο αυτές προϋποθέσεις με τη σειρά.

α) Τα Μέσα θεωρείται ότι συμβάλλουν στη διάδοση λανθασμένων εκφράσεων, κακών γλωσσικών συνηθειών, ακατάλληλων προτύπων, επειδή, όπως πιστεύεται, έχουν τεράστια επιρροή. Όμως, τουλάχιστον για τα ελληνικά, δεν έχουν υπάρξει σοβαρές έρευνες που να αποδεικνύουν κάποια μονιμότερη επίδραση των Μέσων στη γλώσσα. Για το ζήτημα αυτό είναι χρήσιμο να θυμόμαστε τη διάγνωση του W. Labov, πατέρα της κοινωνιογλωσσολογίας: «Όλα τα τεκμήρια οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η γλώσσα δεν επηρεάζεται συστηματικά από τα ΜΜΕ• επηρεάζεται κυρίως κατά τη συναναστροφή με τους ομοίους μας» (Labov, 2001: 228). Η ιδέα είναι απλή: η γλωσσική αλλαγή είναι προϊόν αλληλεπίδρασης• δεν αλλάζει η γλώσσα όταν βρισκόμαστε ώρες καθηλωμένοι μπροστά στο γυαλί.

Κι αν αλλάζει, πιο εύκολα αλλάζει «προς τα πάνω». Νεότερες έρευνες –των A. Naro και M. Scherre για τα πορτογαλικά της Βραζιλίας, της A.M. Calvalho για τα πορτογαλικά της Ουρουγουάης, του R. Muhr για τα γερμανικά της Αυστρίας, της J. Stuart-Smith για τα αγγλικά της Γλασκόβης κ.ά. (βλ. Herring, 2003• Stuart-Smith, 2006)– δείχνουν μακροπρόθεσμη επίδραση των ΜΜΕ προς την κατεύθυνση μιας «πρότυπης» (standard) γλώσσας, γλώσσας κύρους, μητροπολιτικής, με ισχυρή γραφόλεκτο, σεβαστή γραμματειακή παράδοση, αλλά και ισχυρά μίντια (κατά περίπτωση: τα πορτογαλικά της Πορτογαλίας, τα γερμανικά της Γερμανίας, τα «αγγλικά του BBC»). Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις λοιπόν, τα ΜΜΕ, αντίθετα με τις επικρίσεις που συνήθως δέχονται, συμβάλλουν στη διάδοση του «σωστού» μάλλον παρά του «λάθους», συμβάλλουν δηλαδή στη διάδοση της πρότυπης γλώσσας.

Συνεπώς οι ηθικολόγοι ή δεν έχουν λόγους να διαμαρτύρονται ή διαμαρτύρονται για λανθασμένους λόγους. Η επίδραση ενός Μέσου στη γλώσσα εξαρτάται από το αν και κατά πόσον αυτό επιτρέπει αλληλεπίδραση, που είναι η αναγκαία συνθήκη της γλωσσικής αλλαγής. Μπορούμε να υποθέσουμε ότι όσο περισσότερο αλληλοδραστικό είναι ένα Μέσο, τόσο μεγαλύτερη ποικιλία θα παρουσιάζουν οι σε αυτό χρησιμοποιούμενες μορφές λόγου (ενδεικτικά, βλ. Androutsopoulos, 2007). Άτυπες, ανεπίσημες μορφές λόγου (chat, e-mail, SMS κτλ.), που αποκλίνουν από την πρότυπη, καθιερωμένη γλώσσα, ενδέχεται να επηρεάσουν ευρύτερα τη γλωσσική χρήση «προς τα κάτω». Αντιθέτως, τα στατικά Μέσα, ο Τύπος και η ραδιοτηλεόραση, θα εξακολουθήσουν να ασκούν κάποια πίεση «προς τα πάνω» – προς την πρότυπη γλώσσα. Σε όλα τα Μέσα βέβαια θα εξακολουθήσουν να υπάρχουν εστίες συντήρησης και καινοτομίας.

β) Η σημαντικότερη ίσως προϋπόθεση της ρυθμιστικής «προεπιστημονικής» προσέγγισης είναι η αντίληψη της «γλώσσας των ΜΜΕ» ως μορφώματος ενιαίου και απολύτως ομοιογενούς. Η ρυθμιστική προσέγγιση απλώς παραγνωρίζει τη γλωσσική ποικιλότητα που παρατηρείται ακόμα και στα παραδοσιακά, στατικά και μονόγλωσσα ΜΜΕ. Παραγνωρίζει επίσης την πολυγλωσσία, την πολυφωνικότητα, την πολυτροπικότητα, που χαρακτηρίζουν τα νέα μίντια. Στον Πρόλογό μας στον τόμο Δημοσιογραφία και γλώσσα, θελήσαμε με τον Παντελή Μπουκάλα να υπογραμμίσουμε αυτό ακριβώς το χαρακτηριστικό του δημοσιογραφικού λόγου: την ανεξερεύνητη ποικιλία του. Σημειώναμε τότε: «Ποιος δημοσιογραφικός λόγος; Και ποιων; Δεν είναι είδος ο δημοσιογραφικός λόγος, είναι γένος, και μάλιστα ευρύτατο. Περιέχει είδη. Δημιουργεί καινούρια. Και ασκείται από πολλούς τεχνίτες. […] Κάθε ένα από τα είδη αυτά αξιοποιεί ιδιαίτερες περιγραφικές συμβάσεις, χρησιμοποιεί ειδικό λεξιλόγιο και φρασεολογισμούς, συγκροτείται από ιδιάζουσες μεταφορές και ρητορικά σχήματα – κάθε είδος επιτελεί διαφορετική αναπαραστατική και αναφορική λειτουργία» (Μπουκάλας & Μοσχονάς, 2001: 14). Καθώς δεν υπόκειται στις επιταγές της τυποποίησης, ο μη δημοσιογραφικός λόγος στα ΜΜΕ (ταινίες, μουσική κτλ.) παρουσιάζει ακόμα μεγαλύτερη ποικιλία. Αν η «προεπιστημονική» προσέγγιση αρνείται την ποικιλία του λόγου στο όνομα μιας ανελαστικής νόρμας, η αμερόληπτη διερεύνηση της ποικιλίας αυτής, όπου κι αν εμφανίζεται, παραμένει το ζητούμενο για τη νέα γλωσσολογία των ΜΜΕ.

* * *

Εκδοχές της ποικιλότητας στο λόγο των ΜΜΕ είναι η πολυφωνικότητα και η πολυγλωσσία, που αναπτύσσονται κυρίως στα αλληλοδραστικά «νέα Μέσα», όπως συνήθως ονομάζονται. Το παρόν αφιέρωμα δίνει έμφαση στην παραγνωρισμένη γλωσσική ποικιλότητα των ΜΜΕ, ξεκινώντας από τους τρόπους με τους οποίους τα Μέσα αξιοποιούν και αναπαριστούν την πολυγλωσσία, την πολυφωνία – αλλά και τη μονολογικότητα και τη μονογλωσσία, που είναι τα αντίθετά τους. Η πολυγλωσσία και η μονογλωσσία είναι έννοιες αλληλένδετες και συνήθως η αντίληψή μας για τη μια λειτουργεί ως κανονιστικό πρότυπο της άλλης. Τα κείμενα αυτού του τεύχους ασχολούνται είτε με εκδοχές της πολυγλωσσίας στα μίντια είτε με εκδοχές της (ελληνικής) μονογλωσσίας. Πολυγλωσσία και μονογλωσσία περιγράφονται και ως πρακτικές και ως ιδεολογίες. Όλα τα κείμενα του αφιερώματος ακολουθούν συγκριτολογική προοπτική και προτείνουν νέες μεθόδους διερεύνησης της γλωσσικής ποικιλίας.

Όπως εύστοχα επισημαίνει η Helen Kelly-Holmes στο εισαγωγικό της άρθρο για το παρόν τεύχος, θεωρείται γενικά ότι τα πολύγλωσσα ΜΜΕ συνιστούν κάποιο είδος παρέκκλισης σε σχέση με τα μονόγλωσσα ΜΜΕ. Στην Ελλάδα, για παράδειγμα, δεν υπάρχουν μειονοτικοί ραδιοφωνικοί σταθμοί ούτε μειονοτικά τηλεοπτικά κανάλια. Η ιδιωτική ραδιοτηλεόραση αδιαφορεί πλήρως για τις μη ελληνόφωνες ομάδες του πληθυσμού. Προγράμματα για μειονότητες και μετανάστες μεταδίδονται αποκλειστικά από την κρατική ραδιοφωνία. Οι κυβερνήσεις μας δεν υπογράφουν τον Ευρωπαϊκό Χάρτη για τις Περιφερειακές ή Μειονοτικές Γλώσσες (1992), το άρθρο 11 του οποίου υποχρεώνει τα κράτη-μέλη της Ε.Ε. «να διασφαλίζουν, να ενθαρρύνουν ή να διευκολύνουν τη δημιουργία τουλάχιστον ενός ραδιοφωνικού σταθμού και ενός τηλεοπτικού καναλιού σε περιφερειακές ή μειονοτικές γλώσσες» ή «να διασφαλίζουν επαρκώς ότι οι παρουσιαστές προσφέρουν προγράμματα στις γλώσσες αυτές». Η «παρέκκλιση» προς τα πολύγλωσσα ΜΜΕ εξαρτάται, κατά συνέπεια, από παράγοντες πολιτικούς και ιδεολογικούς. Αυτονόητα, το ίδιο ισχύει και για κάθε είδος πολυφωνίας.

Αυτή την αλληλεπίδραση πολιτικής και γλωσσικών πρακτικών παρουσιάζει η Kelly-Holmes, η οποία θεωρεί δεδομένο ότι τα ΜΜΕ συντελούν στην υλοποίηση μιας γλωσσικής πολιτικής, είτε ευθέως, αναλαμβάνοντας να ρυθμίσουν τη γλωσσική ποικιλότητα και την πολυγλωσσία σε μια κοινότητα, είτε πλαγίως, «δίνοντας, για παράδειγμα, περισσότερο χώρο ή σημασία σε ορισμένη γλώσσα ή γλώσσες και σε ορισμένη ποικιλία ή ποικιλίες». Επίσης «τα ΜΜΕ λειτουργούν ως παράγοντες γλωσσικής ιδεολογίας• αναπαριστούν τη γλωσσική τους κοινότητα ως μονόγλωσση, δίγλωσση ή πολύγλωσση». Αντλώντας από τη σχετική περιοδολόγηση του T. Ricento, η Kelly-Holmes διακρίνει τρεις περιόδους γλωσσικής πολιτικής για τα ΜΜΕ: την περίοδο της οριοθέτησης (κατά την οποία «η μονογλωσσία κωδικοποιείται ως μία κανονική κατάσταση πραγμάτων»), την περίοδο της αναπαράστασης (κατά την οποία αναπτύσσεται στα ΜΜΕ η έννοια των γλωσσικών δικαιωμάτων και αρχίζουν να προβάλλονται διαφορετικές γλώσσες, ποικιλίες ή φωνές) και την περίοδο του κατακερματισμού (που χαρακτηρίζει τη σημερινή «ψηφιακή εποχή», κατά την οποία η γλωσσική κοινότητα διασπάται σε πολλές και διαφορετικές ομάδες ή «εικονικές κοινότητες»). Κατά την τρίτη αυτή περίοδο, παράγονται νέες, «διαμεσολαβημένες μορφές κειμένων» (λ.χ., «ζωντανή» επικοινωνία με τους σταθμούς, ριάλιτι, chat, SMS, e-mail, blog κ.ά.) και αναδύονται νέα υβριδικά είδη που δεν ανήκουν στην παραδοσιακή ειδολογία των «κειμένων των ΜΜΕ». Η Kelly-Holmes τονίζει ότι οι τρεις αυτές περίοδοι μπορούν κάλλιστα να συνυπάρχουν, όπως θα λέγαμε ότι συμβαίνει στην Ελλάδα σήμερα, όπου η είσοδος σε μια εποχή κατακερματισμού δεν έχει, παρ’ όλα αυτά, κλονίσει την κυρίαρχη τάση οριοθέτησης των ΜΜΕ. Ίσως μάλιστα η μονογλωσσία της ραδιοτηλεόρασης να έχει ενισχυθεί, καθώς η πολυγλωσσία «απορροφάται» από τα νέα Μέσα.

Η γλωσσική πολιτική και οι τρόποι υλοποίησής της στα ΜΜΕ απασχολούν επίσης τον Daniel Perrin και τους συνεργάτες του, οι οποίοι κλήθηκαν να παρουσιάσουν εδώ το ερευνητικό τους πρόγραμμα «Idee suisse: Γλωσσική πολιτική, γλωσσικά πρότυπα και η πρακτική συγγραφής των ειδήσεων στην Ελβετική Ραδιοτηλεόραση». (Ομιλία με το ίδιο θέμα είχε δώσει ο Perrin και στο Πανεπιστήμιο Αθηνών τις 14/12/2007• βλ. Ζητήματα επικοινωνίας, 7, 2008, 124-5.) Το μείζον ζήτημα με το οποίο καταπιάστηκαν οι ερευνητές σε αυτό το πρόγραμμα ήταν κατά πόσον η Ελβετική Ραδιοτηλεόραση ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της πολυγλωσσίας, όπως εγείρονται σε μια κατεξοχήν πολύγλωσση κοινωνία, την ελβετική. Όπως φάνηκε, πολλές από τις αποφάσεις της διοίκησης και των συντακτών στην Ελβετική Ραδιοτηλεόραση αγνοούν ή έρχονται σε αντίθεση με την εθνική πολιτική προώθησης της πολυγλωσσίας. Δεν είναι η πολυγλωσσία το κριτήριο που δεσπόζει στο εσωτερικό ενός ραδιοτηλεοπτικού οργανισμού, αλλά οι απαιτήσεις της αγοράς. Όμως, όπως παρατηρεί ο Perrin και οι συνεργάτες του, ορισμένα άτομα σε έναν οργανισμό, κυρίως οι έμπειροι δημοσιογράφοι, κατορθώνουν να καλύψουν τα κενά που αφήνουν η διοίκηση και οι αρχισυντάκτες. Αναπτύσσουν και εφαρμόζουν πολύπλοκες στρατηγικές γλωσσικής χρήσης προκειμένου να ανταποκριθούν ταυτοχρόνως στις απαιτήσεις του κοινού και της διοίκησης, εναρμονίζοντας έτσι τα λόγια –τη γλωσσική πολιτική– με τα έργα – την ίδια τη διαδικασία παραγωγής κειμένων. Σκοπός της εφαρμοσμένης γλωσσολογίας, κατά τον Perrin, δεν είναι να ρυθμίσει τις πρακτικές των δημοσιογράφων, αλλά να τους εξηγήσει τι πραγματικά κάνουν, ώστε να αποκτήσουν συνείδηση της συγγραφικής τους εργασίας και των παραγόντων από τους οποίους εξαρτάται.

Η εθνογραφική προσέγγιση του Perrin είναι πολυδιάστατη (modular). Η ερευνητική του ομάδα εξέτασε τις εξωτερικές κρατικές απαιτήσεις για την προώθηση της πολυγλωσσίας, τις εσωτερικές γλωσσικές νόρμες όπως ιεραρχικά διαμορφώνονται στο πλαίσιο ενός ραδιοτηλεοπτικού οργανισμού, την ίδια τη διαδικασία παραγωγής ενημερωτικών κειμένων και, τέλος, τις εσωτερικές διαδικασίες τροποποίησης των κειμένων και διαπραγμάτευσης των γλωσσικών κανόνων.

Σε μία παρόμοια «πολυμέθοδο», όπως την ονομάζει, βασίζεται και η εθνογραφική προσέγγιση που υιοθετεί η Αλεξάνδρα Γεωργακοπούλου στη μελέτη της για τους τρόπους με τους οποίους τα νέα Μέσα ενσωματώνονται στο πεδίο ενός αγγλικού σχολείου. Όπως και ο Perrin, η Γεωργακοπούλου παρουσιάζει πορίσματα ενός συλλογικού ερευνητικού προγράμματος («Urban Classroom Culture and Interaction»). Δεν αρκείται να παρακολουθεί τις διαμεσολαβημένες επικοινωνιακές πρακτικές στο χώρο του σχολείου• μελετά τους τρόπους με τους οποίους οι μαθητές μιλούν γι’ αυτές, αναλύει τις γλωσσικές και μιντιακές ιδεολογίες των συμμετεχόντων, καθώς και το θεσμικό πλαίσιο που διέπει τη χρήση των μίντια, όπως ορίζεται σε επίσημα έγγραφα και στον επίσημο λόγο του σχολείου.

Βασικές ερευνητικές μονάδες στο άρθρο της Γεωργακοπούλου είναι η «ενασχόληση» με τα μίντια (engagement), που ορίζεται ως πραγματική χρήση ή λόγος για τα μίντια, και τα «επεισόδια», που ορίζονται ως συνομιλιακές διαδοχές που εισάγουν ή συνεχίζουν μια συζήτηση για τα μίντια. Κάνοντας χρήση των στοιχειωδών αυτών μονάδων, η Γεωργακοπούλου διαπιστώνει, με ποσοτική ανάλυση, ότι σε σύγκριση με προηγούμενες μελέτες για άλλα σχολεία του Λονδίνου «η μουσική [νοούμενη ευρύτερα ως Μέσο] παραμένει η βασική επιρροή, αλλά η επιρροή της τηλεόρασης έχει μειωθεί και στη θέση της οι αναφορές στα νέα Μέσα έχουν αυξηθεί δραστικά σε διάστημα μικρότερο από μία δεκαετία». Τέλος, συγκρίνοντας τα «επεισόδια» που αφορούν δύο μαθήτριες, η Γεωργακοπούλου συμπεραίνει ότι η κουλτούρα των Μέσων αποτελεί οργανικό μέρος της διαπραγμάτευσης των σχέσεων στο επίπεδο της παρέας, αλλά με διαφορετικούς τρόπους ανά συμμετέχουσα. Στη μία περίπτωση, «οι ενασχολήσεις συνεπάγονταν μεγαλύτερη δικτύωση και αυξημένη κοινωνικοποίηση»• στην άλλη περίπτωση, οι ενασχολήσεις συνδυάζονταν με επιφυλακτική στάση απέναντι στα μίντια. Η Γεωργακοπούλου κλείνει την παρουσίασή της με το ερώτημα κατά πόσον θα μπορούσε και θα έπρεπε να ανοιχτεί η σχολική εκπαίδευση στα νέα Μέσα, εντάσσοντάς τα στο κανονικό ωράριο μαθημάτων.

Ο Γιάννης Ανδρουτσόπουλος επιλέγει ένα ιδιαίτερα διδακτικό παράδειγμα, ένα ελληνικό βίντεο που ανέβηκε πρόσφατα στο YouTube, «Το κρασάκι του Τσου», για να δείξει την πολυτροπικότητα, τη διακειμενικότητα και την ετερογλωσσία που χαρακτηρίζουν το «δεύτερο ιστό» (Web 2.0). Προκειμένου να αναλύσει το «γλωσσικό και υφολογικό μωσαϊκό» του διαδικτύου, ο Ανδρουτσόπουλος επιλέγει ως βασική μονάδα ανάλυσης όχι το μεμονωμένο μήνυμα, αλλά την ιστοσελίδα και τον ιστοχώρο. Ορίζει τέσσερις λειτουργίες της γλώσσας στο δεύτερο ιστό: την οργανωτική (δημιουργία συνοχής, οργάνωση της χρήσης), την αυτοπαρουσιαστική (προβολή της ταυτότητας του χρήστη), τη θεαματική (εντυπωσιασμού, διασκέδασης, απόσπασης της προσοχής) και την αλληλεπιδραστική (η γλώσσα ως επικοινωνία). Με βάση αυτές τις λειτουργίες, αναλύει την οργάνωση της ιστοσελίδας όπου εμφανίζεται το βίντεο «Το κρασάκι του Τσου», τους τρόπους αυτοπαρουσίασης συντελεστών και σχολιαστών, την αλληλεπίδραση των θεατών του βίντεο μέσω της διαδικασίας σχολιασμού και τη «θεαματική γλώσσα» που αξιοποιούν οι δημιουργοί του βίντεο προκειμένου να «μεταφράσουν» τις λέξεις ενός ιαπωνικού τραγουδιού στα ελληνικά. Τόσο από την άποψη της παραγωγής, όσο και από την άποψη της πρόσληψής του, το «Κρασάκι του Τσου» χαρακτηρίζεται από: πολυτροπικότητα, διακειμενικότητα και ετερογλωσσία, συνδυάζει δηλαδή την εικόνα με γλωσσικά μηνύματα σε διαφορετικές γλώσσες, αντλεί από προφορικές πρακτικές, αλλά και από αφηγηματικά και οπτικά μοτίβα του βιντεοκλίπ, της διαφήμισης και του κινεζικού κινηματογράφου, προκειμένου να ενεργοποιήσει «συλλογικές ταυτότητες» (ορισμένοι σχολιαστές επαινούν μάλιστα την «ελληνικότητα» της ταινίας). Όπως τονίζει ο Ανδρουτσόπουλος, το συγκεκριμένο βίντεο «αποκτά νόημα στη διεπαφή παγκόσμιου και τοπικού πολιτισμικού λόγου».

Η ανάλυση του Ανδρουτσόπουλου δίνει έμφαση σε υβριδικές μορφές λόγου που θέτουν υπό αμφισβήτηση τις παραδοσιακές διακρίσεις για τα γένη και τα είδη του λόγου στα ΜΜΕ. Παραφράζοντας την Kelly-Holmes, θα λέγαμε ότι τα νεωτερικά χαρακτηριστικά της γλώσσας στα μίντια κλονίζουν την παραδοσιακή αντίληψη της γλώσσας των μίντια, υποσκάπτοντας τις παραδοσιακές ταξινομήσεις σε «είδη του λόγου» (π.χ., «γλώσσα του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου», «γλώσσα της ηλεκτρονικής συνομιλίας», «γλώσσα των SMS»).

Η Τερέζα Σπηλιώτη εξετάζει τις απόψεις που εκφράζονται στον ελληνικό Τύπο για τη «γλώσσα των γραπτών μηνυμάτων» (SMS). Τα δημοσιεύματα που αναλύει προέρχονται από τέσσερις εφημερίδες πανελλήνιας κυκλοφορίας (Το Βήμα, Τα Νέα, Ελευθεροτυπία και Η Καθημερινή). Η μελέτη της Σπηλιώτη δεν ασχολείται με την ίδια τη γλωσσική χρήση, αλλά με τον τρόπο που οι δημοσιογράφοι αναφέρονται σε αυτήν, δηλαδή δεν ασχολείται με τη γλώσσα των γραπτών μηνυμάτων αλλά με τη μεταγλώσσα στην οποία αυτά συζητούνται. Η Σπηλιώτη μας θυμίζει έτσι ότι η προεπιστημονική προσέγγιση στο λόγο των ΜΜΕ διακρίνεται από την επιστημονική και κατά το ότι η πρώτη μοιραία θα γίνει κάποτε αντικείμενο της δεύτερης.

Τα μεταγλωσσικά δημοσιεύματα κατασκευάζουν μία κάθε άλλο παρά αμερόληπτη εικόνα για τους χρήστες του νέου αυτού Μέσου (θεωρείται ότι τα SMS χρησιμοποιούνται αποκλειστικά από νέους, τη λεγόμενη «γενιά του αντίχειρα»)• εξίσου προκατειλημμένη εικόνα κατασκευάζεται για τα ίδια τα γραπτά μηνύματα, που παριστάνονται, μετωνυμικά, ως μία ξεχωριστή, αυτόνομη «γλώσσα» – μία ξεχωριστή «νεανική αργκό». Βλέπουμε εδώ την τάση της προεπιστημονικής φιλολογίας να αρνείται τη γλωσσική ποικιλότητα, ιδιαίτερα στον έντυπο λόγο• για την ακρίβεια, δεν μπορεί να αντιληφθεί τη γλωσσική διαφοροποίηση παρά μόνο με τους όρους αυτόνομων, ξεχωριστών «γλωσσών». Οι περισσότερες αξιολογήσεις αυτής της νέας «γλώσσας», όπως επισημαίνει η Σπηλιώτη, είναι αρνητικές. Η «φτωχή γλώσσα» των SMS, ιδίως στο μέτρο που χρησιμοποιούν τα Greeklish, θεωρείται ότι απειλεί την ελληνική γλώσσα, ενώ η επικοινωνία που επιτυγχάνεται με τα γραπτά μηνύματα παριστάνεται ως απειλή για την άμεση και διαπροσωπική επικοινωνία. Η Σπηλιώτη τονίζει ότι παρόμοιες αντιλήψεις για τα SMS εκφράζονται σε πολλές χώρες με ανάλογα δημοσιεύματα στον Τύπο, δείχνοντας έτσι ακόμα μία αλληλεπίδραση του τοπικού με το παγκόσμιο, αυτή τη φορά στο επίπεδο της μεταγλώσσας μάλλον παρά της γλώσσας. Διαδικασίες συμπύκνωσης και στερεοποίησης του λόγου χαρακτηρίζουν κυρίως τις μονολογικές χρήσεις του. Θεωρείται ότι ο δημοσιογραφικός λόγος χαρακτηρίζεται κατεξοχήν από εκτεταμένη χρήση στερεοτυπικών εκφράσεων. Όπως γράφει ο Διονύσης Γούτσος, «το συνηθέστερο κλισέ για τον δημοσιογραφικό λόγο […] είναι η ίδια η διαπίστωση ότι ο δημοσιογραφικός λόγος χρησιμοποιεί κλισέ». Ο Γούτσος χρησιμοποιεί τις τεχνικές της γλωσσολογίας που βασίζεται σε σώματα κειμένων (corpus linguistics) προκειμένου να εντοπίσει «λεξικά συμπλέγματα», δηλαδή εκφράσεις τεσσάρων ή πέντε λέξεων που έχουν την τάση να συνεμφανίζονται και να επανεμφανίζονται. Συγκρίνει ελληνικά δημοσιογραφικά κείμενα με αγγλικά (ανακοινωθέντα του Πρακτορείου Reuters), καθώς και με ελληνικά ακαδημαϊκά και λογοτεχνικά κείμενα. Διαπιστώνει ότι στο δημοσιογραφικό λόγο, και ιδίως στις ειδήσεις, παρουσιάζονται περισσότερα λεξικά συμπλέγματα συγκριτικά με άλλα κειμενικά είδη. Τα συμπλέγματα αυτά τα ταξινομεί σε επιμέρους κατηγορίες: ονόματα και τίτλους, γραμματικές, κειμενικές και στερεοτυπικές φράσεις. Συμπέρασμα: «το ποσοστό ονομάτων και τίτλων είναι ιδιαίτερα σημαντικό στις ειδήσεις, σε αντίθεση με τα ακαδημαϊκά και λογοτεχνικά κείμενα, και συμβάλλει σημαντικά στη στερεοτυπία του δημοσιογραφικού λόγου. Αντίθετα, οι γραμματικές και κειμενικές φράσεις παίζουν μεγαλύτερο ρόλο στα άρθρα γνώμης και στα ακαδημαϊκά κείμενα, δηλαδή στο λόγο που στηρίζεται στην επιχειρηματολογία».

Όσον αφορά στις στερεοτυπικές εκφράσεις per se, αυτές ποικίλλουν ανάλογα με το κειμενικό είδος στο οποίο εμφανίζονται• για παράδειγμα, είναι συχνές στις ειδήσεις οι στερεοτυπικές εκφράσεις που αναφέρονται στην προέλευση ή στον τρόπο διάθεσης των πληροφοριών («σύμφωνα με έγκυρες πληροφορίες» κτλ.). Με άλλα λόγια, έχοντας ακολουθήσει μια αυστηρή μεθοδολογία που επιτρέπει ποσοτική ανάλυση των δεδομένων, η μελέτη του Γούτσου επιβεβαιώνει εν μέρει τη στερεότυπη αντίληψη ότι ο δημοσιογραφικός λόγος είναι στερεοτυπικός, όμως «το χαρακτηριστικό αυτό δεν αποτελεί ιδιαίτερο γνώρισμα του ελληνικού δημοσιογραφικού λόγου, αλλά φαίνεται, αντίθετα, να συνδέεται με το εύρος, τη θεματική και τον επικοινωνιακό στόχο του εκάστοτε κειμενικού είδους».

Από διαφορετική, εννοιολογική σκοπιά προσεγγίζει το ζήτημα της στερεοτυπίας ο Περικλής Πολίτης, ο οποίος θεωρεί ότι η στερεοτυπία ανταποκρίνεται στον αυτοματισμό που έχει αποκτήσει η σκέψη και η γλώσσα των «γραφιάδων». Ο Πολίτης αντλεί τα δεδομένα του από τηλεοπτικά δελτία ειδήσεων όλων των καναλιών εθνικής εμβέλειας και καταγράφει τις λεξικές συμπαραθέσεις σε τρία είδη ειδήσεων: μια είδηση φυσικής καταστροφής (δασική πυρκαγιά), μια οικονομική είδηση (αύξηση της τιμής του πετρελαίου) και μια αθλητική (περιγραφή στιγμιότυπων ενός ποδοσφαιρικού αγώνα). Διαπιστώνει ότι κάθε είδηση περιγράφεται μέσω εννοιακών μεταφορών. Τέτοιες μεταφορές είναι (αντιστοίχως για κάθε κατηγορία): Η ΠΥΡΚΑΓΙΑ ΕΙΝΑΙ ΕΧΘΡΟΣ/ΕΙΣΒΟΛΕΑΣ (οι φλόγες πολιορκούν το χωριό), Η ΤΙΜΗ ΤΟΥ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΥ ΕΙΝΑΙ ΑΓΩΝΙΣΤΙΚΟ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟ (το ξέφρενο ράλι των τιμών του πετρελαίου) και Ο ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ ΕΙΝΑΙ ΠΟΛΕΜΟΣ (οι δύο ομάδες διασταύρωσαν τα ξίφη τους). Οι οικείες κάθε φορά μεταφορές συμπλέκονται κατά την παρουσίαση ενός θέματος (μιας είδησης), διευκολύνοντας την πρόσληψή του από το κοινό κατά τρόπο συνεκτικό. Ο Πολίτης συμπεραίνει ότι «οι εννοιακές μεταφορές οργανώνουν τις αναπαραστάσεις των επίκαιρων συμβάντων “λογικά” ή “οντολογικά”, αναλόγως της κατηγορίας τους. Οι οντολογικές μεταφορές προσωποποιούν (δηλαδή δαιμονοποιούν) τις φυσικές δυνάμεις, όταν απρόβλεπτα ανατρέπουν την κοινωνική τάξη, ενώ οι δομικές μεταφορές επιστρατεύονται για να γεφυρώσουν τεχνικές έννοιες (όπως τα οικονομικά μεγέθη), αλλά και οικείες παραστάσεις (όπως το ποδοσφαιρικό ντέρμπι), με το επιστητό του “μέσου” τηλεθεατή». Σε κάθε περίπτωση, όχημα αυτών των εννοιακών μεταφορών είναι οι λεξικές συμπαραθέσεις.

Οι έρευνες τόσο του Πολίτη, όσο και του Γούτσου ανοίγουν μια ενδιαφέρουσα συγκριτολογική προοπτική. Όπως φαίνεται από τη βιβλιογραφία που παραθέτουν (κυρίως για τα γαλλικά και τα αγγλικά), τα εννοιακά σχήματα μέσω των οποίων γίνεται αναπαράσταση των γεγονότων στα μονολογικά Μέσα (κυρίως στην τηλεόραση) δεν παρουσιάζουν μεγάλη διαφοροποίηση από γλώσσα σε γλώσσα• μία παρουσιάστρια σε ένα αγγλικό, γαλλικό ή αμερικανικό κανάλι δεν περιμένουμε να αξιοποιεί εννοιολογήσεις παρόμοιων γεγονότων πολύ διαφορετικές από αυτές της Eλληνίδας συναδέλφου της. Θα ανατρέξει πιθανότατα σε παρόμοια στερεότυπα, κλισέ, νεκρές μεταφορές. Ποικίλλουν οι γλώσσες, όχι οι εννοιολογίες τους.

Τέλος, η Άννα Ιορδανίδου καταπιάνεται με ένα ζήτημα που πολύ έχει απασχολήσει την ελληνική βιβλιογραφία, τη διαφοροποίηση λόγιων – λαϊκών τύπων (όπως εθεωρείτο – θεωρούνταν) στο δημοσιογραφικό λόγο. Σε παλαιότερες μελέτες του, ο Σ. Χατζησαββίδης (1999: 147) είχε θεωρήσει αυτή τη διαφοροποίηση δείκτη πολιτικής τοποθέτησης μιας εφημερίδας (βλ. στο παρόν τεύχος την κριτική στο βιβλίο του Ελληνική γλώσσα και δημοσιογραφικός λόγος). Η έρευνα της Ιορδανίδου αποτελεί «επανάληψη» παλαιότερης έρευνάς της του 2001, η οποία είχε δείξει ότι οι τύποι της Κοινής Νέας Ελληνικής εξαπλώνονταν ραγδαία στο δημοσιογραφικό λόγο, ενώ οι αντιθέσεις που ανάγονται στα πρότυπα της καθαρεύουσας ή της δημοτικής χρησιμοποιούνταν κυρίως για υφολογικούς σκοπούς και πλαγίως για να δηλώσουν την πολιτική τοποθέτηση της εφημερίδας. Σε αυτή τη δεύτερη ιδεολογική λειτουργία τους, επιστρατεύονταν συχνά και μορφολογικοί τύποι που δεν ανήκουν στην Κοινή Νέα Ελληνική. Η Ιορδανίδου διαπιστώνει τώρα σημαντική μείωση των αποσυνάγωγων αυτών τύπων, σε όλες τις ελληνικές εφημερίδες. Η διαφοροποίηση λόγιων – λαϊκών στοιχείων εξακολουθεί να χρησιμοποιείται κυρίως για υφολογικούς σκοπούς, ενώ υποδηλώνει την πολιτική τοποθέτηση κυρίως των εφημερίδων εκείνων που τοποθετούνται στα άκρα του συνεχούς Αριστεράς-Δεξιάς (π.χ., του Ριζοσπάστη και του Ελεύθερου Τύπου). Η διαφοροποίηση πάντως, είτε υφολογική είτε ιδεολογική, περιορίζεται πλέον στο πλαίσιο της κοινής (τυποποιημένης) γλώσσας.

Η Ιορδανίδου παρέχει λοιπόν σημαντικές ενδείξεις ότι, τριάντα και πλέον χρόνια μετά τη γλωσσική μεταρρύθμιση, έχουν περιοριστεί οι ιδεολογικές συνδηλώσεις της «διγλωσσίας», δηλαδή της παλαιότερης αντίθεσης μεταξύ δημοτικής και καθαρεύουσας – με άλλα λόγια, έχει ολοκληρωθεί στην πράξη η διαδικασία της γλωσσικής τυποποίησης. Ας σημειωθεί ότι η ρύθμιση αυτής της αντίθεσης απασχολούσε και εξακολουθεί να απασχολεί κυρίως την προεπιστημονική προσέγγιση, ένα από τα χαρακτηριστικά της οποίας, όπως αποδεικνύεται, είναι η καθήλωσή της σε ξεπερασμένα γλωσσικά πρότυπα, η συντήρηση και η υστέρησή της σε σχέση με τις ραγδαίες εξελίξεις που παρατηρούνται στη χρήση της ελληνικής γλώσσας στα ΜΜΕ. Η χρήση των νέων Μέσων έχει αναδείξει μια νέα δημώδη γλώσσα, η οποία έχει πολλές και διαφορετικές γραπτές εκφάνσεις, δε φοβάται να συναντηθεί με άλλες γλώσσες, δεν αποφεύγει να ενταχθεί σε νέα συστήματα επικοινωνίας και να υπηρετήσει καινούργια πρότυπα σε ένα διεθνοποιημένο περιβάλλον, όπου η ελληνική ούτε κινδυνεύει ούτε ευημερεί – προσαρμόζεται και αλλάζει. Καιρός να ξεφοβηθούμε την πολυγλωσσία.*

ΣΠYPOΣ A. MOΣXONAΣ

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ

Androutsopoulos, J. (2007). «Language choice and code-switching in German-based diasporic web forums. Στο B. Danet & S.C. Herring (eds), The Multilingual Internet: Language, culture, and communication online. Oxford: Oxford University Press, 340-361.

Herring, S.C. (ed.) (2003). Media and language change. Ειδικό αφιέρωμα στο Journal of Historical Pragmatics, 4(1).

Κριαράς, Εμμ. (1987). Τα πεντάλεπτά μου στην ΕΡΤ και άλλα γλωσσικά, 2η έκδ. με προσθήκες. Θεσσαλονίκη: Μαλλιάρης-Παιδεία.

Labov, W. (2001). Principles of linguistic change: Social factors. Oxford: Blackwell.

Milroy, J. & Milroy, L. (1999). Authority in language: Investigating Standard English, 3η έκδ. London & New York: Routledge.

Μοσχονάς, Σ.Α. (2005). «Διορθωτικές πρακτικές». Στο Χρήσεις της γλώσσας, Επιστημονικό Συμπόσιο (3-5 Δεκεμβρίου 2004). Αθήνα: Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας, 151-174.

Μπουκάλας, Σ. & Μοσχονάς, Σ.Α. (2001). «Πρόλογος». Στο Π. Μπουκάλας και Σ.Α. Μοσχονάς (επιμ.), Δημοσιογραφία και γλώσσα, Πρακτικά συνεδρίου (15-16 Απριλίου 2000). Αθήνα: Μορφωτικό Ίδρυμα της Ε.Σ.Η.Ε.Α., 2001, 11-14.

Stuart-Smith, J. (2006). «The influence of media on language». Στο C. Lamas, P. Stockwell and L. Mullany (eds), The Routledge Companion to Sociolinguistics. London: Routledge, 140-148.

Χατζησαββίδης, Σ. (1999). Ελληνική γλώσσα και δημοσιογραφικός λόγος: Θεωρητικές και ερευνητικές προσεγγίσεις. Αθήνα: Gutenberg.

 

 

 

 

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Πολυγλωσσία και MME: Πολιτική και πρακτική
Helen Kelly-Holmes

Λόγια και έργα: H εσωτερική πολυγλωσσία στην αίθουσα σύνταξης
Daniel Perrin, Marcel Burger, Mathias Furer, Aleksandra Gnach, Michael Schanne, Vinzezn Wyss

Eθνογραφική κοινωνιογλωσσολογία και (νέα) μίντια: Προβληματισμοί από τη μελέτη ενός αγγλικού σχολείου
Aλεξάνδρα Γεωργακοπούλου

«Tο κρασάκι του Tσου»: Πολυτροπικότητα, διακειμενικότητα και ετερογλωσσία στο «δεύτερο ιστό»
Γιάννης Aνδρουτσόπουλος

Tα γραπτά μηνύματα SMS: Γλωσσικές στάσεις και ιδεολογικές αναπαραστάσεις στο δημοσιογραφικό λόγο
Tερέζα Σπηλιώτη

Λεξικά συμπλέγματα και στερεοτυπία στο δημοσιογραφικό λόγο
Διονύσης Γούτσος

Eννοιακές μεταφορές και λεξικές συμπαραθέσεις σε τηλεοπτικά δελτία ειδήσεων
Περικλής Πολίτης

Γλωσσική ποικιλία και δημοσιογραφικός λόγος
Άννα Iορδανίδου

Βιβλιοκρισίες
Σελίδες ενημέρωσης
Βιογραφικά σημειώματα συγγραφέων
Περιλήψεις στα αγγλικά, abstracts

 

Πληροφορίες για την υποβολή εργασιών