Home 

ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ | ΤΕΥΧΟΣ 14ο - 15ο



Πρόλογος των επιμελητών του αφιερώματος

Το τεύχος αυτό είναι αφιερωμένο –όπως φανερώνει και ο τίτλος του– στη δημοσιογραφία ως αντικείμενο επι­στημονικής μελέτης, συστηματικής σπουδής και ανά­λυσης. Ελπίζουμε ότι θα συμβάλει ώστε να καθιερωθεί και στη χώρα μας ο όρος «δημοσιογραφικές σπουδές» με το περιεχόμενο που συναντάται στη διεθνή βιβλιογραφία (πρβλ. Franklin et al., 2000, Zelizer, 2009, Calcutt & Hammond, 2011), δηλαδή ως ένα σύνολο επιστημών που εξετάζουν την παραγωγή του δημοσιογραφικού λόγου, τις πρακτικές, τις μορφές και τα είδη, τις λειτουργίες και την εξέλιξη της δημοσιογραφίας, και όχι μόνο ως εκπαίδευση στη δημοσιογραφία. Με άλλα λόγια, οι δημοσιογραφικές σπουδές (journalism studies) –οι οποίες, πάντως, περιλαμβάνουν και την εκπαίδευση στη δημοσιογραφία– δεν νοούνται στη διεθνή βιβλιογραφία απλώς ως κατάρτιση στις «τεχνικές» λεπτομέρειες και στην καθημερινή πρακτική που ακολουθείται στις αίθουσες σύνταξης, ανεξάρτητα από τη μορφή με την οποία λειτουργούν σήμερα. Ακριβώς γι' αυτό και μπορούν να χαρακτηριστούν ως επίγνωση της δημοσιογραφίας (Calcutt & Hammond, 2011: 169). Παρόλο που μπορεί να φαίνεται δευτερεύων, ο τρόπος με τον οποίο προσδιορίζονται οι δημοσιογραφικές σπουδές είναι καίριας σημασίας, ιδιαίτερα σε μια εποχή κατά την οποία εντείνονται όλο και περισσότερο οι ευρύτερες τάσεις για υποκατάσταση της γνώσης από την πληροφορία, της εκπαίδευσης από την κατάρτιση, και τελικά της κριτικής σκέψης από την «τυφλή» εφαρμογή συνταγών «τεχνοκρατικού» τύπου.

Με το σκεπτικό αυτό, θα ήταν ευχής έργον ένα αφιέρωμα στις δημοσιογραφικές σπουδές το οποίο να καλύπτει ικανοποιητικά και επαρκώς όλους τους κλάδους και τα επιστημονικά πεδία που έχουν ως αντικείμενό τους τη δημοσιογραφία και που την αναλύουν και την εξετάζουν από διαφορετικές οπτικές. Είναι προφανές ότι ανάλογο εγχείρημα δεν είναι δυνατό να ολοκληρωθεί με επιτυχία στο πλαίσιο ενός και μόνο τεύχους σε ένα επιστημονικό περιοδικό. Θα απαιτούσε μάλλον την έκδοση περισσότερων του ενός συλλογικών τόμων. Ωστόσο –και παρά τους προφανείς αυτούς περιορισμούς– η συλλογική προσπάθεια που φιλοξενείται σε αυτό το τεύχος των Ζητημάτων Επικοινωνίας θεωρούμε ότι επιτυγχάνει τον έναν από τους δύο αρχικούς της στόχους, δηλαδή τη δημοσίευση μιας συλλογής άρθρων, καθένα από τα οποία αποτελεί εμπεριστατωμένη και τεκμηριωμένη επισκόπηση ενός ειδικότερου πεδίου στις δημοσιογραφικές σπουδές, εστιάζοντας στις πιο πρόσφατες αναζητήσεις, στα βασικά επιστημονικά προβλήματα και στα καίρια ζητήματα μεθοδολογίας που αποτελούν αντικείμενο διαμάχης, συζήτησης και συνεχιζόμενης έρευνας.

Τα πεδία που παρουσιάζονται και εξετάζονται στα άρθρα αυτού του αφιερώματος αφορούν την εκπαίδευση στη δημοσιογραφία (Α. Σκαμνάκης), τη διαδικτυακή δημοσιογραφία με τις παραδοσιακές και νέες μορφές της (Ε. Σιαπέρα και Δ. Δημητρακοπούλου), τη διεθνή δημοσιογραφία (Χ. Φραγκονικο­λόπουλος), την ανάλυση δημοσιογραφικού λόγου (Π. Πολίτης) και, τέλος, τη σχολιαστική δημοσιογραφία και κριτική (Ζ. Βερβεροπούλου). Έτσι, παρουσιάζεται ένα ευρύ φάσμα προσεγγίσεων –ορισμένων ίσως λιγότερο γνωστών, αλλά αρκετά πρόσφατων και δυναμικών– το οποίο ευελπιστούμε ότι αναδεικνύει τον πολυσχιδή χαρακτήρα των δημοσιογραφικών σπουδών ως συνόλου επιστημονικών πεδίων.

Ταυτόχρονα, τα πεδία στα οποία αναφέρονται τα άρθρα αποτελούν –με τον ένα ή τον άλλο τρόπο– συστατικά των προγραμμάτων συστηματικής εκπαίδευσης στη δημοσιογραφία, όπως αυτή έχει οργανωθεί και πραγματοποιείται με τις σχετικές προπτυχιακές και μεταπτυχιακές κατευθύνσεις σπουδών στο Τμήμα Δημοσιογραφίας & ΜΜΕ του ΑΠΘ. Φυσικά, στο τμήμα αυτό θεραπεύονται και διδάσκονται επίσης αρκετά άλλα πεδία των δημοσιογραφικών σπουδών που αφορούν τις νέες τεχνολογίες, τα διαφορετικά έντυπα και ηλεκτρονικά Μέσα και τα ποικίλα είδη δημοσιογραφικού περιεχομένου, αλλά και τις διαστάσεις της δημοσιογραφίας τις οποίες εξετάζουν οι οικονομικές και πολιτικές επιστήμες, η κοινωνιολογία και η κοινωνική ψυχολογία, η νομική και η ιστορία. Συνεπώς, αφενός τα κενά που αφήνει το αφιέρωμα αυτό είναι λίγο-πολύ σαφή, αφετέρου είναι ευνόητο ότι δεν θα μπορούσε να καλύψει όλο το φάσμα των δημοσιογραφικών σπουδών, πολύ δε περισσότερο που για διάφορους λόγους δεν είχαμε τελικά την τιμή και τη χαρά να φιλοξενήσουμε και κείμενα συναδέλφων από άλλα, συναφή πανεπιστημιακά τμήματα.

Κρίνοντας από το πλήθος των πεδίων που περιλαμβάνουν οι δημοσιογραφικές σπουδές και από το έργο που επιτελείται εδώ και δύο δεκαετίες και στα άλλα δύο πανεπιστημιακά τμήματα επικοινωνίας (στο Καποδιστριακό και στο Πάντειο Πανεπιστήμιο), θα μπορούσαμε να πούμε ότι –τουλάχιστον σε ακαδημαϊκό επίπεδο– αυτός ο επιστημονικός κλάδος ωριμάζει πλέον και στη χώρα μας. Από την άπο­ψη αυτή, είναι ίσως εύλογη η ανάγκη για περισσότερα αφιερώματα, και, επομένως, θα ήταν ευχής έργον τα Ζητήματα Επικοινωνίας, εκτός από τα άρθρα που δημοσιεύουν σχεδόν σε κάθε τους τεύχος, να επανέλθουν στο μέλλον καλύπτοντας και άλλους τομείς.

Θα αποτελούσε, όμως, ένα είδος κοινωνιολογικού στρουθοκαμηλισμού να παραβλέψουμε το γεγονός ότι η ανάγκη για περισσότερες δημοσιευμένες μελέτες, έρευνες και αναλύσεις δεν προκύπτει μόνο από τη διαπίστωση του πολυσχιδούς χαρακτήρα των δημοσιογραφικών σπουδών, της ωρίμανσης του κλάδου και του έργου που επιτελείται σε ακαδημαϊκό πλαίσιο. Προκύπτει, κυρίως, από την κεντρική θέση που καταλαμβάνει στην κοινωνία η ίδια η δημοσιογραφία, ως κατεξοχήν «νεωτερική μορφή ρηματικής συγκρότησης των επίκαιρων γεγονότων», δηλαδή ως μορφή παραγωγής μιας ειδικής κατηγορίας περιεχομένου –των ειδήσεων– που έχει ιδιαίτερη θεματολογία, δικούς της κώδικες και αφηγηματι­κή οργάνωση, και που συνδέεται με όλα τα βασικά υποσυστήματα της κοινωνίας, από την οικονομία και την πολιτική, μέχρι τον πολιτισμό και τα συστήματα κοινωνικών σχέσεων και συμπεριφορών (Πλειός, 2011). Κατά συνέπεια, σε μια περίοδο ευρύτερων οικονομικών, πολιτικών, πολιτισμικών και κοινωνικών ανακατατάξεων, οι οποίες παρατηρούνται σε όλα τα επίπεδα (τοπικό, ευρωπαϊκό και, τελικά, παγκόσμιο), τόσο η δημοσιογραφία όσο και η μελέτη της αποκτούν ιδιαίτερη σημασία.

Κατ' αρχάς, η δημοσιογραφία –όποιες μορφές κι αν αποκτά– εξακολουθεί να αποτελεί, εκτός από βασικό πεδίο ιδεολογικής αντιπαράθεσης, ένα πεδίο όπου η ιδεολογία γίνεται αντικείμενο επεξεργασίας και συστηματοποίησης (Πλειός, 2011). Καθώς η ανάπτυξη της αβεβαιότητας, της αστάθειας και της κοινωνικής ανασφάλειας είναι αντιστρόφως ανάλογη με εκείνη της δημοκρατίας, αφού οι κοινωνίες της ύστερης νεωτερικότητας παλινδρομούν ή διολισθαίνουν σε μορφές αυταρχισμού, καθίσταται αναγκαία η επεξεργασία και η συστηματοποίηση τόσο της ιδεολογίας που θα καταστήσει αποδεκτή αυ­τή τη διολίσθηση (κατασκευάζοντάς την ως ένα βαθμό), όσο και της ιδεολογίας που θα μπορεί να της αντιπαρατεθεί (κατασκευάζοντας, ως ένα βαθμό, την παρεμπόδιση ή την αντιστροφή της). Με άλλα λόγια, η αυξημένη σημασία των ειδήσεων –και κατ' επέκταση της δημοσιογραφίας– στις συνθήκες αυτές δεν καθορίζεται μόνο από το γεγονός ότι αποτελούν ένα μέσο και ένα πεδίο άσκησης ηγεμονίας, αλλά και από το γεγονός ότι συνιστούν εξίσου πεδίο και μέσο αντίστασης (πρβλ. Πλειός, 2011: 95-96).

Δεύτερον, η προϊούσα αποδόμηση της δημοσιογραφίας στην «κοινή» αλλά και στην ακαδημαϊκή συνείδηση (πρβλ. Zelizer, 2009? Πλειός, 2011: 200-202) μπορεί να αντιστραφεί με τη συμβολή των δημοσιογραφικών σπουδών (Calcutt & Hammond, 2011: 1-3). Σε αυτό ακριβώς το σημείο αναδεικνύεται και η ιστορική ευθύνη της ακαδημαϊκής κοινότητας απέναντι σε έναν από τους βασικούς πυλώνες της πολιτικής (και όχι μόνο) ιδεολογικής συγκρότησης και σύγκρουσης (Πλειός, 2011: 97). Οι Calcutt και Hammond έχουν απόλυτο δίκιο, πιστεύουμε, όταν υποστηρίζουν –και δεν είναι οι μόνοι– ότι θα ήταν αυτοκαταστροφικό για την ακαδημαϊκή κοινότητα να επιτρέψει τη μετατροπή της σε πάροχο υπηρεσιών επαγ­γελματικής κατάρτισης για τη βιομηχανία των ειδήσεων, εγκαταλείποντας την κριτική ανάλυση και τη σε βάθος μελέτη της δημοσιογραφίας μέσω της ανάπτυξης των δημοσιογραφικών σπουδών? στην ουσία –θα μπορούσαμε να προσθέσουμε–, εγκαταλείποντας την προσπάθεια για ανασυγκρότηση της δημοσιογραφίας και αποποιούμενη την κοινωνική της ευθύνη. Είναι φανερό, λοιπόν, ότι αν οι δημοσιογραφικές σπουδές αποκτούν πλέον ιδιαίτερη σημασία, αυτό δεν συμβαίνει μόνο, ή κυρίως, για να κατανοήσουμε την κουλτούρα των σύγχρονων κοινωνιών γενικά (Wahl-Jorgensen & Hanitzsch, 2009: 4), αλλά επειδή ειδικά στις σημερινές συνθήκες μπορούν να διαδραματίσουν καθοριστικό ρόλο ως επίγνωση της δημοσιογραφίας.

Ωστόσο η ολοένα αυξανόμενη σημασία της δημοσιογραφίας και των δημοσιογραφικών σπουδών δεν φαίνεται να αντανακλάται ακόμα στο πλήθος των σχετικών εκδόσεων, σε αντίθεση με τις εκδόσεις στο ευρύτερο πεδίο των επιστημών της επικοινωνίας. Αυτό τουλάχιστον προκύπτει από μία έστω και πρόχειρη έρευνα, αλλά και από τον συνοπτικό και ενδεικτικό βιβλιογραφικό οδηγό που παρουσιάζεται στο τέλος αυτού του αφιερώματος, με βιβλία τα οποία εκδόθηκαν και κυκλοφορούν στην Ελλάδα είτε από την επιστημονική κοινότητα είτε από μάχιμους δημοσιογράφους που αναπτύσσουν ακαδημαϊκή δραστηριότητα. Ευελπιστούμε, λοιπόν, ότι το αφιέρωμα αυτό καλύπτει τουλάχιστον ένα μέρος αυτής της βιβλιογραφικής στενότητας.

Εάν, με το σκεπτικό που αναπτύχθηκε παραπάνω και τα άρθρα που ακολουθούν, το αφιέρωμα αυτό δημιουργήσει περισσότερα ερωτηματικά από τις απαντήσεις που δίνει, ως επιμελητές θα θεωρήσουμε ότι έχουμε πετύχει και τον δεύτερο από τους βασικούς μας στόχους: να συμβάλουμε ώστε να ανα­πτυχθεί περαιτέρω η ερευνητική θεματολογία των δημοσιογραφικών σπουδών στη χώρα μας, σε μια ­ιδιαίτερα κρίσιμη περίοδο. Με αυτή την έννοια, ελπίζουμε το αφιέρωμα αυτό να αποτελέσει ένα από τα σημεία αναφοράς για την επιστημονική κοινότητα, αλλά και για τους φοιτητές των αντίστοιχων τμημάτων.

Θα θέλαμε, κλείνοντας, να ευχαριστήσουμε θερμά όλους τους συναδέλφους που μας τίμησαν με την εμπιστοσύνη τους και την υποστήριξή τους, και, φυσικά, τη Διεύθυνση των Ζητημάτων Επικοινωνίας για την ευκαιρία που μας παρείχε.

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΜΠΑΛΤΖΗΣ
ΑΝΔΡΕΑΣ ΒΕΓΛΗΣ



ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ

Calcutt, A. & Hammond, P. (2011). Journalism Studies: A Critical Introduction. London, New York: Routledge.

Franklin, B., Kopper, G. G., Toth, E. & Vanslyke, J. (2000). "Editorial". Journalism Studies, τόμ. 1, τχ. 1: 5-7.

Πλειός, Γ. (2011). Η κοινωνία της ενημέρωσης: Ειδήσεις και νεωτερικότητα. Αθήνα: Καστανιώτης.

Wahl-Jorgensen, K. & Hanitzsch, T. (2009). "Introduction: On Why and How We Should Do Journalism Studies"(σελ. 3-16). Στο K. Wahl-Jorgensen & T. Hanitzsch (eds), The Handbook of Journalism Studies, New York, Oxon: Routledge.

Zelizer, B. (2009). "Journalism and the Academy" (σελ. 29-41). Στο K. Wahl-Jorgensen & T. Hanitzsch (eds), The Handbook of Journalism Studies, New York, Oxon: Routledge.

 

 

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Οι δημοσιογραφικές σπουδές σε έναν κόσμο μέσων χαοτικής ενημέρωσης
Γεώργιος Τερζής

Οι δημοσιογραφικές σπουδές στην Ελλάδα και την Ευρώπη
Αντώνης Σκαμνάκης

Διαδίκτυο και δημοσιογραφία: Παραδοσιακές και εναλλακτικές μορφές
Ευγενία Σιαπέρα, Δήμητρα Δημητρακοπούλου

Οι εξωτερικές και διεθνείς ειδήσεις στον μετα-εθνικό κόσμο: Η πρόκληση της «παγκόσμιας οπτικής»
Χρήστος Α. Φραγκονικολόπουλος

Η γλώσσα της ελληνικής δημοσιογραφίας: Ευρήματα και ζητούμενα της έρευνας
Περικλής Πολίτης

Τέχνη και αρθρογραφία γνώμης: Η δημοσιογραφική ταυτότητα του θεατρικού κριτικού
Ζωή Βερβεροπούλου

Συνοπτικός και ενδεικτικός βιβλιογραφικός οδηγός

ΕΜΜΕ (ΕΡΕΥΝΕΣ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΕΣ ΣΤΑ ΜΕΣΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ)

«Ηλεκτρονική κυβέρνηση» και «ηλεκτρονική διακυβέρνηση»: Μια προσπάθεια διασαφήνισης της ορολογικής σύγχυσης
Ευάγγελος Λιότζης

Η σημασία της επικοινωνιακής πολιτικής στη διαχείριση κρίσεων: Μια συγκριτική μελέτη της επικοινωνιακής διαχείρισης των ναυαγίων του «Samina Express» και του «Sea Diamond»ς
Ιωάννα Κωσταρέλλα


Βιβλιοκρισίες
Βιογραφικά σημειώματα συγγραφέων
Περιλήψεις στα αγγλικά, abstracts

Πληροφορίες για την υποβολή εργασιών